Get Adobe Flash player

ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ, ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ, ΜΕΤΩΠΙΑΙΑ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ, ΗΘΜΟΕΙΔΙΤΙΔΑ, ΣΦΗΝΟΕΙΔΙΤΙΔΑ

ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ

Ιγμορίτιδα, Μετωπιαία κολπίτιδα, Ηθμοειδίτιδα, Σφηνοειδίτιδα©

 

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης-Ρινοκολπίτιδες

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ιατρός, Οδοντίατρος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών, Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, τηλ. 2741026631, 6944280764, e-mail: pharmage@otenet.gr

www.gelis.gr,

www.gkelanto.gr,

www.allergopedia.gr,

www.orlpedia.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ:ΩΡΛ Αλλεργία, Εμβοές αυτιών, κακοσμία στόματος, Ροχαλητό, Βαρηκοία , Εμβοές αυτιών, Ίλιγγος, Διαταραχές οσφρήσεως και γεύσης, Διαταραχές της φωνής, ΩΡΛ ογκολογία, Γηριατρική

Προληπτική Ιατρική, Ιατρική Διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Περιβαλλοντική Ιατρική, Κόκκινο κρασί και Υγεία, Βιταμίνη D

ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΩΝ

 

Η ρινοκολπίτιδα· είναι μια πολύ συνηθισμένη, πολυπαραγοντική νόσος. Πρόκειται για μια φλεγμονή του βλεννογόνου που καλύπτει τις ρινικές θαλάμες και τις αεροφόρες κοιλότητες που εντοπίζονται στην άνω γνάθο (ιγμόρεια άντρα), δεξιά και αριστερά της μύτης και κάτω από τα ζυγωματικά οστά του προσώπου, τις ηθμοειδείς κυψέλες, τους μετωπιαίους κόλπους και το σφηνοειδή κόλπο.

 

Η φλεγμονή του ιγμορείου άντρου ή γναθιαίου κόλπου λέγεται ιγμορίτιδα ή γναθιαία ρινοκολπίτιδα. Η ιγμορίτιδα μπορεί να είναι μονόπλευρη και σπανιότερα αμφοτερόπλευρη.

Όταν υποστεί φλεγμονή ο βλεννογόνος ενός ιγμορείου ταυτόχρονα πάσχει και ο βλεννογόνος της μύτης ή και ο βλεννογόνος των λοιπών παραρρινίων κόλπων σε βαθμό που ποικίλει. 

Γιαυτό σήμερα έχει καθιερωθεί διεθνώς ο όρος ρινοκολπίτιδαενώ· ο όρος κολπίτιδα ή παραρρινοκολπίτιδα χρησιμοποιούνται περιστασιακά.·

 
Στόμιο εξόδου του ιγμορείου άντρου. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ωτορινολαρυγγολόγος
Φυσιολογικοί Παραρρίνιοι κόλποι Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ωτορινολαρυγγολόγος
Εικ. 1.·Φυσιολογικοί παραρρίνιοι··κόλποι. Ο σφηνοειδής κόλπος δεν διακρίνεται. Οι κόλποι εκβάλουν με τους πόρους τους στην κάθε ρινική κοιλότητα. Η απόφραξη του στομίου αποχέτευσης ενός παρραρίνιου κόλπου, οποιασδήποτε αιτιολογίας οδηγεί στην αλλαγή της λειτουργίας του, συσσώρευση εκκρίσεων και τελικά δημιουργία φλεγμονής του βλεννογόνου που υπάρχει στο κοίλο τοίχωμά του. Η φυσιολογική αποβολή των εκκρίσεων ακολουθεί την πορεία των βελών.

Βάσει των κλινικών ερευνών που έχουν γίνει για την ρινοκολπίτιδα· μέχρι σήμερα διακρίνονται οι εξής κατηγορίες ρινοκολπίτιδας:

Οξεία βακτηριδιακή ρινοκολπίτιδα, χρονία ρινοκολπίτιδα, χρόνια κολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες, χρόνια ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες και αλλεργική μυκητιασική ρινοκολπίτιδα [1].

 

H φλεγμονή της ρινοκολπίτιδας συχνά ξεκινάει ως μια ιογενής λοίμωξη του ρινικού βλεννογόνου που επεκτείνεται στις κοιλότητες των ιγμορείων άντρων ή και προς τις ηθμοειδείς κυψέλες ή και προς τους μετωπιαίους κόλπους. Αν προσβληθούν όλοι οι κόλποι (περιλαμβανομένου και του σφηνοειδούς κόλπου, τότε μιλάμε για την πανκολπίτιδα.
 
 
Συνήθως προσβάλλεται το ένα ιγμόρειο άντρο ή ο ένας μετωπιαίος κόλπος. Τις περισσότερες όμως φορές μαζί με την ιγμορίτιδα ή τη μετωπιαία κολπίτιδα προσβάλλεται· και ο βλεννογόνος των ηθμοειδών κυψελών, προκαλώντας ηθμοειδίτιδα. Ο όρος ρινοκολπίτιδα περιλαμβάνει τη συνύπαρξη ρινίτιδας και κολπίτιδας, τα συμπτώματα των οποίων είναι έκδηλα στον πάσχοντα.
 
Μερικές φορές η συνύπαρξη ρινικών και κολπικών πολυπόδων αποτελεί την κατάληξη της ρινοκολπικής φλεγμονής. Η ιογενής λοίμωξη της ρινοκολπίτιδας μπορεί να εξελιχτεί σεβακτηριδιακή λοίμωξη, κατά την οποία τα βακτηρίδια του ανώτερου αναπνευστικού συστήματος παίζουν σημαντικό ρόλο. 
 
Μετωπιαίος και σφηνοειδής κόλπος. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης
Εικ. 2. ·Ο μετωπιαίος και ο σφηνοειδής κόλπος εκ· του πλαγίου, σε κάθετη τομή του κρανίου·

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η οξεία ή η χρονία ρινοκολπίτιδα, που ο κόσμος την αποκαλεί ιγμορίτιδα,· σε παιδιά και ενήλικες είναι παθήσεις ρουτίνας, που αντιμετωπίζονται κυρίως από ωτορινολαρυγγολόγους.

 

Η παράταση των συμπτωμάτων μιας ιογενούς ρινίτιδας (κοινό κρυολό-γημα),  πέραν των δύο εβδομάδων, πρέπει να βάζει σε υποψία τον πάσχοντα ότι μπορεί να πάσχει από ρινοκολπίτιδα, για την οποία πρέπει να συμβουλευτούν ωτορινολαρυγγολόγο. 

·Βεβαίως, συχνότατα ή νόσος διαγιγνώσκεται και θεραπεύεται αποτελεσματικά και από τους παθολόγους, παιδίατρους, γενικούς γιατρούς και από οποιονδήποτε γιατρό γνωρίζει την παθοφυσιολογία και θεραπευτική της νόσου, εκτός βεβαίως από τις περιπτώσεις εκείνες που πρέπει να αντιμετωπιστούν μόνο χειρουργικά.

 

Οι σοβαρές περιπτώ-σεις ρινοκολπίτιδας πρέπει έγκαιρα να τυγχάνουν νοσοκομειακής περίθαλψης, διότι στο νοσοκομείο θα αντιμετωπιστεί ο ασθενής  από τον ωτορινολαρυγγολόγο και για-τρούς άλλων ειδικοτήτων υπό συνεχή ιατρική και νοσηλευτική παρακολούθηση.

 

Στο νοσοκομείο θα γίνει ακτινολογικός και εργαστηριακός έλεγχος και σε σύντομο χρονικό διάστημα ο ωτορινολαρυγγολόγος θα αποφασίσει για την αποτελεσματικότερη θεραπεία που θα πρέπει να εφαρμοστεί. ··· Επισημαίνεται με έμφαση, ότι: ·

 

Ο εντονότατος πόνος στην περιοχή του γναθιαίου ή ιγμορείου άντρου χρειάζεται οπωσδήποτε ΩΡΛ χειρουργική αντιμετώπιση.

Η οξεία μετωπιαία κολπίτιδα αποτελεί επείγουσα ιατρική κατάσταση και ίσως απαιτήσει ΩΡΛ χειρουργική αντιμετώπιση

 

·Παρά τη διεύρυνση των διαγνωστικών μέσων και τη σύνθεση αποτελεσματικότερων αντιβιοτικών, εν τούτοις ακόμη προκαλούνται επιπλοκές από την οξεία ρινοκολπίτιδα, που αν δεν διαγνωστούν έγκαιρα μπορεί να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή του ασθενούς. Γι' αυτό οι μη ωτορινολαρυγγολόγοι γιατροί, που αντιμετωπίζουν ασθενείς με οξεία ρινοκολπίτιδα, θα πρέπει να θέτουν υπό τη συνεχή παρακολούθηση τους, τους ασθενείς και στις περιπτώσεις όπου εμφανίζεται κλινική σημειολογία επιπλοκής, ας ζητούν τη συνδρομή και του ΩΡΛ.

 

Οι δυσίατες χρόνιες ρινοκολπίτιδες απαιτούν πλήρη ανοσολογικό και ΩΡΛ- αλλεργιολογικό έλεγχο. Πολλές φορές η ρινοκολπίτιδα αναπτύσσεται σ' ένα έδαφος βλεννογόνου με αλλεργική ή μη αλλεργική ρινίτιδα, η οποία πρέπει να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται.

·Αρκετοί ασθενείς που πάσχουν από άσθμα συνήθως πάσχουν και από ρινοκολπίτιδα και χρονία ρινίτιδα. Θεραπεύοντας τη ρινίτιδα και την ρινοκολπίτιδα συνήθως τίθεται υπό έλεγχο και το άσθμα.

 

·Η ρινοκολπίτιδα εμφανίζεται σε ενήλικες και παιδιά. Στο παρελθόν αμφέβαλαν, αν η ρινοκολπίτιδα ήταν παιδιατρική νόσος. Υποστήριζαν ότι δεν είχαν αναπτυχθεί στα βρέφη οι παραρρίνιοι κόλποι και τα μικρά παιδιά και ότι η βακτηριδιακή λοίμωξη σπανίως μπορούσε να συμβεί. Όμως η εξέλιξη των απεικονιστικών μεθόδων και η ανάπτυξη των ενδοσκοπικών τηλεσκοπίων της μύτης, μας βοήθησαν να κατανοήσουμε ότι, η ρινοκολπίτιδα όχι μόνον μπορεί να εμφανιστεί στα μικρά παιδιά, αλλά μπορεί να προκαλέσει τις ίδιες επικίνδυνες επιπλοκές, όπως και στους ενήλικες, σε περίπτωση, που η λοίμωξη επεκταθεί προς το κρανίο.·

 

ΓΙΑΤΙ ΔΙΔΟΥΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ ΣΤΙΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ

 

Ρινοκολπίτιδα; κολπίτιδα; ή παραρρινοκολπίτιδα;·

Στην παρούσα ανασκόπηση χρησιμοποιείται ο διεθνώς αποδεκτός όρος ρινοκολπίτιδα. Ο όρος αυτός έχει αντικαταστήσει τον όρο κολπίτιδα ή παραρρινοκολπίτιδα, διότι είναι περιγραφικότερος και αποδίδει με ακρίβεια τη νόσο για τους ακολούθους λόγους: Η ρινίτιδα τυπικά προηγείται της κολπίτιδας. Η κολπίτιδα χωρίς ρινίτιδα είναι σπάνια. Οι βλεννογόνοι των ρινικών κοιλοτήτων και των παραρρινικών κόλπων έχουν μια ενιαία συνέχεια. Τα συμπτώματα του μπουκώματος της μύτης και της αποβολής απεκκρίσεων από τη μύτη κυριαρχούν στην κολπίτιδα.

 

Η ρινοκολπίτιδα είναι η συχνότερη χρόνια νόσος, που αποτελεί αιτία επίσκεψης ενός ασθενούς σε γιατρό, σ' όλες τις υγειονομικά ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, καθώς και στην Ελλάδα. Επειδή δεν υπάρχουν ακριβή στατιστικά στοιχεία στη χώρα μας για τη νόσο αναφέρεται χαρακτηριστικά ότι :

Οι ασθενείς επισκέπτονται το γιατρό τους, είτε διότι πράγματι έχουν ρινοκολπίτιδα, είτε διότι έχουν κάποιο ενόχλημα στη μύτη, το πρόσωπο ή πράγματι στους παραρρίνιους κόλπους και ισχυρίζονται από την αρχή της επίσκεψης ότι πάσχουν από ''ιγμορίτιδα''. Η ρινοκολπίτιδα είναι συνηθισμένη επιπλοκή του 5%-10% των ασθενών, που παθαίνουν λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού.

 

 Μόνο στις ΗΠΑ η χρόνια ιγμορίτιδα ή γναθιαία κολπίτιδα είναι η συχνότερη χρόνια παθολογική κατάσταση, από την οποία πάσχουν 32 εκατομμύρια και πλέον άτομα (περίπου το 14.7% του πληθυσμού). Τα άτομα αυτά επισκέφθηκαν το γιατρό τους και ανέφεραν συμπτώματα ,που νόμιζαν ότι οφείλονταν σε ''ιγμορίτιδα''[43].· Κατά τη διάρκεια των ετών 1993-1994 έγιναν 25 εκατομμύρια επισκέψεις σε ιατρεία για προβλήματα ρινοκολπίτιδας, από 9 εκατομμύρια, που είχαν υπολογιστεί το 1989.· Το 1990 η χρόνια ρινοκολπίτιδα ήταν η κύρια διάγνωση για 5,5 εκατομμύρια ασθενείς, που επισκέφτηκαν οικογενειακούς γιατρούς και για 2 εκατομμύρια ασθενείς που επισκέφτηκαν παθολόγους[44] Η ρινοκολπίτιδα είναι η πέμπτη αιτία χρησιμοποίησης αντιβιοτικών στις ΗΠΑ, όπου γράφονται ετησίως 13 εκατομμύρια συνταγές. Το ίδιο ισχύει κατά προσέγγιση και στον πληθυσμό της Ευρώπης.  Η ρινοκολπίτιδα προκαλεί σοβαρή διαταραχή της ποιότητας ζωής των ασθενών [45].

 

Η παραπάνω διάδοση της ρινοκολπίτιδας επιβάλλει την ανάγκη έγκαιρης διάγνωσης και αντιμετώπισης των ασθενών από τους γενικούς, τους οικογενειακούς γιατρούς, τους παθολόγους, παιδιάτρους, πνευμονολόγους και φυσικά από τους ωτορινολαρυγγολόγους. Η διάγνωση της ρινοκολπίτιδας γίνεται από το ιστορικό, την κλινική εξέταση και τον ακτινολογικό έλεγχο. Πολλές φορές τα συμπτώματα μπορεί να παραπλανήσουν, και να μη τεθεί ακριβής διάγνωση τον εξεταστή.· Τούτο έχει ως με επακόλουθο την ανεπαρκή ή ακατάλληλη εφαρμογή θεραπείας και εξασφάλιση της χρονιότητας της νόσου.·

 

H συμβολή της τεχνολογίας στην αντιμετώπιση των ρινοκολπιτίδων

··· Οι σύγχρονες τεχνολογικές εξελίξεις επέτρεψαν τη χρησιμοποίηση της αξονικής τομογραφίας και της ρινικής ενδοσκόπησης.· Οι δυο αυτές μέθοδοι βοήθησαν και βοηθούν στην καλύτερη κατανόηση της αιτιολογίας, της εντόπισης και της παθολογικής φυσιολογίας της νόσου.

  • Την εικοσαετία που παρήλθε έγιναν εκτεταμένες έρευνες των ασθενών με ενδοσκοπήσεις των παραρρινίων κοιλοτήτων και λήψη αξονικών τομογραφιών. Τα τελευταία 15 έτη η διαγνωστική μας ικανότητα έγινε αποτελεσματικότερη, διότι περισσότεροι ΩΡΛ έχουν εκπαιδευτεί στις ΩΡΛ ενδοσκοπικές τεχνικές και επί πλέον αυξήθηκε σημαντικά στην Ελλάδα ο αριθμός ακτινολογικών συσκευών αξονικής τομογραφίας. Οι ακτινολόγοι και οι ΩΡΛ είναι βαθείς γνώστες των ανατομικών μορίων του σπλαγχνικού κρανίου της φυσιολογίας, της παθολογικής φυσιολογίας και της παθολογίας τους. Τούτο εξασφαλίζει την επιτυχή συνεργασία τους.

 

Η Ωτορινολαρυγγολογία σ' όλο τον κόσμο εξελίχθηκε σημαντικά τα τελευταία 20 έτη, διότι περισσότεροι ΩΡΛ εκπαιδεύτηκαν η μετεκπαιδεύτηκαν στην ΩΡΛ Αλλεργία και έτσι τίθεται ακριβέστερα η διάγνωση της αλλεργικής ρινίτιδας, αλλεργικής ρινοκολπίτιδας και ρινοφαρυγγίτιδας. Συνεπώς η αντιμετώπιση ρινοκολπιτίδων έχει βελτιωθεί σημαντικά, διότι θεραπεύονται ο γενεσιουργές αιτίες τους.

 

Παρά τις σύγχρονες εξελίξεις, δεν είναι εύκολη πάντοτε η εφαρμογή των πιο πάνω διαγνωστικών τεχνικών, διότι οι ασθενείς επισκέπτονται μη ειδικούς γιατρούς, ή διότι βρίσκονται απομακρυσμένοι από εξειδικευμένα διαγνωστικά κέντρα ή διότι διαφεύγουν της διάγνωσης οι παθολογικοί παράγοντες, που πυροδοτούν τη νόσο. Η ρινοκολπίτιδα, σε αρκετούς ασθενείς παραμένει αδιάγνωστη ή διαγιγνώσκεται δύσκολα και αυτό συμβάλλει στη χρονιότητα της ταλαιπωρίας των ασθενών.

 

Ποιούς λανθασμένους συλλογισμούς μπορεί να κάνει κανείς, αντιμετωπίζοντας ασθενείς με ρινοκολπίτιδα

Στην πορεία της αντιμετώπισης ενός ασθενούς με πιθανή ρινοκολπίτιδα μπορεί να γίνουν οι ακόλουθοι λαθεμένοι συλλογισμοί.

1.·Να θεωρηθεί η νόσος ως μια εκδήλωση αλλεργική, ενώ η. οξεία ρινοκολπίτιδα είναι κυρίως λοιμώδης νόσος. Βεβαίως το, αν ο ασθενής έχει αναπτύξει οξεία ρινοκολπίτιδα σε ένα αλλεργικό υπέδαφος μπορεί να ανιχνευτεί κατά τη λήψη του ιστορικού. Όμως στην αντιμετώπιση, αυτό που πρέπει να γίνει πρώτα είναι η ριζική θεραπεία της λοίμωξης και η πρόληψη των επιπλοκών της, ενώ στη συνέχεια μπορεί να γίνει πλήρης ανοσολογική, αλλεργιολογική ή άλλη έρευνα, που θα αποκαλύψει τους προδιαθεσικούς παράγοντες, που είναι η αιτία της υποτροπής ή χρονιότητας της νόσου.

 

2.·Αρκετοί θεραπευτές αδυνατούν να διαγνώσουν σε μερικά άτομα, που πάσχουν από ρινοκολπίτιδα, ότι μπορεί να υπάρξουν δυσάρεστες παθολογικές επιπλοκές και ότι απαιτείται ακριβής διάγνωση και έγκαιρη αποτελεσματική θεραπεία.

 

3.· Αρκετοί· γιατροί, ανεξαρτήτως από το τι ειδικότητα έχουν, αρκούνται στη διάγνωση της ''ιγμορίτιδας'' μόνο με μια απλή ακτινογραφία παραρρινίων. Όλες όμως οι σύγχρονες βιβλιογραφικές πληροφορίες έχουν επιβάλλει την άποψη ότι η απλή ακτινογραφία των παραρρινίων συμβάλλει στην ακριβή διάγνωση σε λίγες περιπτώσεις και ότι, αν αποφασιστεί ακτινολογικός έλεγχος, τότε· πρέπει να γίνει αξονική τομογραφία ή αν υπάρχουν αντενδείξεις , να γίνει μαγνητική τομογραφία του σπλαγχνικού κρανίου, διότι μόνο έτσι διακρίνονται όλοι οι παραρρίνιοι κόλποι και σε τι βαθμό έχουν προσβληθεί.

 

4.·· Πολλοί γιατροί αγνοούν τις σύγχρονες εξελίξεις της Ωτορινολαρυγγολογικής αλλεργίας και ανοσολογίας με επακόλουθο να μην αποστέλλουν προς λεπτομερή έλεγχο τους ασθενείς με χρόνια ή καθ' υποτροπήν προβλήματα από τη μύτη και τους παραρρινίους κόλπους, στον Ωτορινολαρυγγολόγο, που είναι ενήμερος αυτών των εξελίξεων και είναι εκπαιδευμένος στις δερματικές δοκιμασίες διάγνωσης της αλλεργίας και στην αντίμετώπισή της με υπογλώσσια ανοσοθεραπεία.

 

5.· Η επιστημονική βιβλιογραφία της σύγχρονης Ωτορινολαρυγγολογίας ίσως δεν έχει φτάσει ακόμη στα χέρια των γενικών γιατρών, παθολόγων και παιδιάτρων. Οι Ωτορινολαρυγγολόγοι, δεν έχουν διευρύνει επαρκώς τις τεχνικές επικοινωνίας τους με τους γιατρούς των άλλων ειδικοτήτων, για να τους ενημερώσουν πως σήμερα πρέπει να διαγιγνώσκονται και θεραπεύονται οι ρινοκολπίτιδες.·

 

ΟΙ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΕΣ ΕΠΙΒΑΛΛΟΥΝ ΤΗΝ ΑΝΑΓΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΣ ΤΩΝ

ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΓΙΑΤΡΟΥΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ ΕΙΔΙΚΟΤΉΤΩΝ·

Οι Ωτορινολαρυγγολόγοι είναι οι ειδικοί γιατροί, στους οποίους καταλήγουν οι πάσχοντες με ρινοκολπίτιδα. Συνεπώς αναγκάζονται να ερευνούν ασθενείς, που εμφανίζουν το πρόβλημα της ρινοκολπίτιδας από τα αρχικά, μέχρι τα τελικά της στάδια. Οι Ωτορινολαρυγγολόγοι επιβάλλεται να καθοδηγούν ασφαλώς τους γιατρούς των άλλων ειδικοτήτων, αλλά και τους ίδιους τους ασθενείς πώς να αντιμετωπίζουν την ρινοκολπίτιδα. Ο μη Ωτορινολαρυγγολόγος οφείλει να είναι σε θέση να κάνει τα ακόλουθα σε ασθενείς με πιθανή ρινοκολπίτιδα.

 

1.· Να ενημερώνει τους ασθενείς με βέβαιη ή πιθανή ρινοκολπίτιδα, ότι τα συμπτώματα και σημεία τους είναι τέτοια, που μπορεί να οδηγήσουν σε σοβαρή βλάβη της υγείας τους, εφόσον η κυρία νόσος συνοδευτεί από επιπλοκές. Η οξεία καθ' υποτροπήν ρινοκολπίτιδα πρέπει να γίνεται αντιληπτή εύκολα από την κλινική της εικόνα.

 

2.· Εφ' όσον εφαρμοστεί κάποια θεραπευτική αγωγή, αυτή θα πρέπει να στοχεύει στην παθοφυσιολογία της νόσου, λαμβάνοντας υπόψη τη σύγχρονη κατανόηση του ρόλου της απόφραξης των οστικών στομίων των πόρων εκβολής των παραρρινίων κοιλοτήτων.

 

3.· Ως βασική θεραπεία εκλογής πρέπει να είναι η χορήγηση ενός κατάλληλου αντιβιοτικού, ·ενός αποσυμφορητικού και ρινοπλύσεις με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού, ουδέτερου pH (Osmoclean Hypertonic nasal spray).·

 osmoclean ypertonic nasal spray, Ρινοκολπίτιδες, ιγμορίτιδα, μετωπιαία κολπίτιδα, μπουκωμα μύτης, συνάχι, αλλεργική ρινίτιδα

4.··Τα αντιισταμινικά χορηγούνται κυρίως στα άτομα, που στο ιστορικό τους αναφέρουν την παρουσία ρινικής αλλεργίας και αποφεύγονται όταν υπάρχει μόνον λοίμωξη.

 

5.·· Στην οξεία ρινοκολπίτιδα, τα ευρήματα στις απλές ακτινογραφίες του κρανίου δεν είναι πάντοτε ακριβή ή αξιόπιστα. Η χρήση των υπερήχων A MODE, ενώ είναι πολύτιμη, εν τούτοις δεν αρκεί και επιβάλλεται ή ενδοσκόπηση της μύτης και πιθανόν η λήψη αξονικής τομογραφίας για τον έλεγχο του συμπλέγματος των πόρων και των στομίων εκβολής των παραρρινίων κοιλοτήτων.

 

6.·· Με τη βοήθεια της αξονικής τομογραφίας αναγνωρίζονται οι περιπτώσεις εκείνες, οι οποίες απαιτούν παραπέρα διερεύνηση με ρινική ενδοσκόπηση, για την λεπτομερέστερη έρευνα των πόρων και των στομίων των παραρρινίων κόλπων και την αναζήτηση του αιτίου της οξείας και της καθ' υποτροπήν ρινοκολπίτιδας.

 

7.·· Οι ασθενείς με ανωμαλίες του συμπλέγματος των στομίων και των πόρων εξόδου των παραρρινίων κοιλοτήτων προς τις ρινικές κοιλότητες θα ωφεληθούν ιδιαίτερα αν αποσταλούν στους ειδικούς ΩΡΛ προς αντιμετώπιση.

 

8.· Είναι σημαντική η προσφορά του μη ειδικού γιατρού στην εντόπιση των παλαιών ασθενών, που προσήρχοντο για θεραπεία καθ' υποτροπήν ρινοκολπίτιδας και την· παραπομπή τους, σήμερα, στον ΩΡΛ για λεπτομερή ενδορρινική, ακτινογραφική και αλλεργιολογική διερεύνηση.

 

9.·· ·Είναι σημαντική η συμβολή όλων των γιατρών, που αντιμετωπίζουν ασθενείς με ρινοκολπίτιδα στην προστασία της οικονομίας των ασφαλιστικών φορέων και της οικονομίας των ίδιων των ασθενών, αν τους διαγνώσουν και τους θεραπεύσουν έγκαιρα.·

 

ΕΙΔΗ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΩΝ

·

Η οξεία και χρόνια ρινοκολπίτιδα ορίζονται με παθοφυσιολογικά μάλλον, παρά με αυστηρώς χρονικά κριτήρια.·

Οξεία Ρινοκολπίτιδα

Ως οξεία ρινοκολπίτιδα ορίζεται η συμπτωματική φλεγμονή των ενός ή περισσοτέρων παραρρίνιων κόλπων, στους οποίους τα συμπτώματα επιμένουν, όχι περισσότερο από 6-8 εβδομάδες ή λιγότερο από 12 εβδομάδες στα παιδιά. ·

 

Καθ’υποτροπήν οξεία ρινοκολπίτιδα·

Οι ασθενείς θεωρείται ότι έχουν καθυ’υποτροπήν οξεία ρινοκολπίτιδα, αν εκδηλώσουν 3 ή περισσότερα επεισόδια οξείας ρινοκολπίτιδας κατ' έτος και τα συμπτώματα του κάθε επεισοδίου διαρκούν 10 ημέρες. Η Καθ' υποτροπήν οξεία ρινοκολπίτιδα χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα οξέα επεισόδια, που υποχωρούν με φαρμακευτική θεραπεία, χωρίς να αφήσουν σημαντική βλάβη στο βλεννογόνο.

 

Υποξεία ρινοκολπίτιδα·

Υποξεία ρινοκολπίτιδα είναι η εκδήλωση ελάχιστων έως μέτριων σημείων κολπικής φλεγμονής, χωρίς μιαν εμφανή λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού ή απότομη εγκατάσταση συμπτωμάτων·

 

Χρονία Ρινοκολπίτιδα

Ως χρονία ρινοκολπίτιδα χαρακτηρίζεται η επίμονη φλεγμονή των παραρρινίων κοιλοτήτων, που διαρκεί πάνω από 8-12 εβδομάδες που δεν μπορεί να ανακουφιστεί μόνον με φαρμακευτική θεραπεία. Ακτινογραφικά υπάρχουν ενδείξεις υπερπλασίας του βλεννογόνου της παραρρίνιας κοιλότητας, που πάσχει.

 

Στους ενηλίκους, ως χρονία ρινικολπίτιδα ορίζεται η επιμονή των συμπτωμάτων και σημείων επί 8 εβδομάδες ή η εκδήλωση τεσσάρων επεισοδίων καθ' υποτροπήν οξείας ρινοκολπίτιδας, κατ' έτος. Η κάθε υποτροπή έχει διάρκεια τουλάχιστον 10 ημερών και έχει σχέση με επίμονες αλλαγές, που είναι ορατές στην αξονική τομογραφία επί 4 εβδομάδες, μετά τη φαρμακευτική θεραπεία, χωρίς την παρεμβολή οξείας λοίμωξης.

 

Στα παιδιά, ως χρονία ρινοκολπίτιδα ορίζεται ως η επιμονή των συμπτωμάτων και σημείων επί 12 εβδομάδες ή η εκδήλωση έξι επεισοδίων καθ' υποτροπήν οξείας ρινοκολπίτιδας, κατ' έτος που το καθ' ένα διαρκεί 10 ημέρες σε σχέση με επίμονες αλλαγές στην αξονική τομογραφία, που επιμένουν επί 4 εβδομάδες μετά τη φαρμακευτική θεραπεία, χωρίς την παρέμβαση οξείας λοίμωξης .

 

Στην υποοξεία και την χρονία ρινοκολπίτιδα ο ρόλος της βακτηριδιακής λοίμωξης είναι λιγότερο βέβαιος, σε σύγκριση με την οξεία ρινοκολπίτιδα. Στην οξεία και στη χρονία ρινοκολπίτιδα η διάνοιξη της απόφραξης του στομίου του πόρου του πάσχοντος κόλπου και ο επαρκής αερισμός των κόλπων μπορεί να επιτρέψει την αναγέννηση του βλεννογόνου, που έχει υποστεί σημαντικού βαθμού βλάβη.

 

Η χρονία ρινοκολπίτιδα μπορεί να συνοδεύεται από τη δημιουργία πολυπόδων, που εξορμώνται από το βλεννογόνο της μύτης ή από το βλεννογόνο της μύτης και το βλεννογόνο του ή των παραρίνιων κόλπων.·

 

Αλλεργική μυκητιασική ρινοκολπίτιδα·

Η αλλεργία προς μύκητες συνδέεται με μια υποομάδα χρονίας ρινοκολπίτιδας την αλλεργική μυκητιασική ρινοκολπίτιδα. Η κατάσταση αυτή αντιπροσωπεύει μια έντονη αλλεργική απόκριση εναντίον αποικιών μυκήτων με τη δημιουργία αλλεργικής (ηωσινιφιλικής) μουκίνης, βλεννόσταση και πόλωση του προσβληθέντος κόλπου στην αξονική τομογραφία. Η δημιουργία αποικιών μυκήτων ιδίως του μύκητα Alternaria ·προκαλεί μια τροποποιημένη· αλλεργική αντίδραση σε ασθενείς με χρονία ρινοκολπίτιδα, που είναι ανεξάρτητη από την ανοσοσφαιρίνη IgE. [33]

 

ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ·

Οι κυριότεροι παράγοντες, που προδιαθέτουν στη δημιουργία ρινοκολπίτιδας είναι :

  • ········· Αλλεργική ρινίτιδα[2]. Η ανάπτυξη ιογενούς· ή αλλεργικής φλεγμονής στο ρινικό βλεννογόνο και το βλεννογόνο των κόλπων εμφανίζεται και στο βλεννογόνο, ο οποίος από τις ρινικές κοιλότητες συνεχίζεται προς τις κοιλότητες των κόλπων. Η αλλεργική και η μη αλλεργική ρινίτιδα συμβάλουν στο ίδιο ποσοστό στην ανάπτυξη της χρονίας ρινοκολπίτιδας [5].
  • ········· Ενσφήνωση ξένου σώματος σε ρινική θαλάμη
  • ········· Οδοντιατρικές επεμβάσεις
  • ········· Βαροτραύμα
  • ········· Ιατρογενείς λόγοι (ρινοτραχειακή διασωλήνωση, ρινογαστρικός καθετήρας, ρινικός πωματισμός)
  • ········· Τραυματικές κακώσεις προσώπου
  • ········· Οίδημα ρινικού βλεννογόνου των εγκύων
  • ········· Κολύμβηση, καταδύσεις
  • ········· Φαρμακευτική ρινίτιδα
  • ········· Υπεραντιδραστικότητα του αναπνευστικού βλεννογόνου, ιδίως σε ασθενείς με άσθμα. Επίμονη μη αλλεργική ή αγγειοκινητική ρινίτιδα
  • ········· Ατρησία ρινικών χοανών
  • ········· Όγκοι ρινικών κοιλοτήτων
  • ········· Κυστική ίνωση

Πρωτοπαθής ή δευτεροπαθής δυσκινησία των κροσσών του κροσσωτού επιθηλίου.· [4].··

Πρωτοπαθής δυσλειτουργία του κροσσωτού επιθηλίου παρατηρείται στο··σύνδρομο του Kartagener και το σύνδρομο του Young.

  • ········· Σοβαρές ανοσοανεπάρκειες [3].
  • ········· AIDS (το 30% των πασχόντων υποφέρει από ρινοκολπίτιδα)
  • ········· Ανατομικές ανωμαλίες (σκολίωση ρινικού διαφράγματος, κυψέλες του Heller, ρινικό χαράκωμα, φυσαλιδώδης κόγχη, φυσαλιδώδες ηθμοειδές άγκιστρο, παράδοξη μέση ρινική κόγχη).
  • ········· Η παρουσία πολυπόδων στις ρινικές κοιλότητες μπορεί να οδηγήσει άμεσα σοβαρές νόσους των παραρρινίων κοιλοτήτων, διότι προκαλείται μηχανική απόφραξη των στομίων αποχέτευσης των κόλπων.

Επιπρόσθετα προς τους παραπάνω τοπικούς και συστηματικούς προδιαθεσικούς παράγοντες ρινοκολπίτιδας και άλλες καταστάσεις σχετίζονται με μια ρινοκολπίτιδα από υπερπλασία του βλεννογόνου.· Σ' αυτές περιλαμβάνεται η τριάδα ρινικοί πολύποδες-άσθμα-ευαισθησία στην ασπιρίνη (τριάδα του Samnter), κοκκιωμάτωση του Wegener, το σύνδρομο Churg-Strauss και η σαρκοείδωση. Στις καταστάσεις αυτές, η υπερπλαστική ρινοκολπίτιδα είναι η πρωτογενής βλάβη και οι υποκείμενες νόσοι δεν είναι προδιαθεσικοί παράγοντες.·

 

Παράγοντες μικρότερης σημασίας που συμβάλλουν στην πρόκληση ρινοκολπίτιδας·

Η εισπνοή ατμοσφαιρικών ρύπων και το κάπνισμα μπορεί να προκαλέσουν οίδημα του ρινικού βλεννογόνου και βλάβη του κροσσωτού επιθηλίου με παρόμοια επακόλουθα

 

Ο ρόλος της αλλεργίας στην ρινοκολπίτιδα

Έχει επιδειχτεί η παρουσία υπεραιμίας και αυξημένης μεταβολικής δραστηριότητας των παραρρινίων κόλπων μετά από έκθεση τους σε αλλεργιογόνα. Οι ασθενείς με αλλεργική ρινίτιδα συνήθως εμφανίζουν κρίσεις ρινοκολπίτιδας, κυρίως κατά την εποχή που υπάρχουν αλλεργιογόνα στην ατμόσφαιρα, προς τα οποία είναι ευαίσθητοι. Η αλλεργική συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου ρινική απόφραξη προδιαθέτει στην απόφραξη των στομίων των παραρρινίων κόλπων, με επακόλουθο τη βακτηριδιακή λοίμωξη.

 

Εξαιτίας του φλεγμονώδους οιδήματος του βλεννογόνου· των αποχετευτικών στομίων των παραρρινίων κόλπων παρεμποδίζεται η αποχέτευση των εκκρίσεων των κόλπων. Η συσσώρευση εκκρίσεων μέσα στους παραρρίνιους κόλπους ευνοεί την ανάπτυξη και τον πολλαπλασιασμό παθογόνων βακτηριδίων, τη δημιουργία βλεννοπυογόνων εκκρίσεων και τη δημιουργία κλινικής εικόνας αποστήματος της άνω γνάθου σύστοιχα προς το πάσχων ιγμόρειο ή οποιοδήποτε άλλο παραρρίνιο κόλπο.

 

Η θεραπεία εκλογής κατά τη βακτηριδιακή φάση της νόσου είναι η χορήγηση αντιβιοτικών, αποσυμφορητικών, συστηματικών και τοπικών κορτικοστεροειδών, αλλά όχι αντιισταμινικών. Τα παιδιά με χρόνιο αλλεργικό άσθμα μπορεί να αναπτύξουν προδιάθεση στην εμφάνιση ρινοκολπίτιδας[34,. 35].·

 

Σχέση μεταξύ του άσθματος και της ρινοκολπίτιδας

Πρόσφατες έρευνες υποσημειώνουν την ανάγκη της διάκρισης των ασθενών με χρονία ρινοκολπίτιδα σε αυτούς που συνυπάρχουν ρινικοί πολύποδες και σε αυτούς που δεν έχουν ρινικούς πολύποδες. Αυτοί που πάσχουν από χρονία ρινοκολπίτιδα και ρινικούς πολύποδες συνυπάρχει και άσθμα, το οποίο μπορεί σχετίζεται ή να επιδεινώνεται με τη λήψη ασπιρίνης [36]. Οι κρίσεις του άσθματος είναι εντονότερες, όταν συνυπάρχει και ρινοκολπίτιδα [37]. 

 

 Γιά περισσότερο από 80 χρόνια αναφέρεται στη διεθνή βιβλιογραφία η σχέση μεταξύ του άσθματος και της ρινοκολπίτιδας. Αιτιολογικές σχέσεις έχουν προταθεί, αλλά δεν έχουν αποδειχτεί. Πιθανόν να λειτουργούν τα· ηωσινόφιλα, δραστικά κύτταρα (effector cells), ή να υπεισέρχονται· χημικοί μεσολαβητές της φλεγμονής, και κάποιο αντανακλαστικό του παρασυμπαθητικού. Έχει παρατηρηθεί ότι το 40-50% των ενηλίκων και των παιδιών με άσθμα έχουν ακτινογραφικές ενδείξεις ανωμαλιών από τις παραρρίνιες κοιλότητες. Είναι γνωστό ότι η ρινοκολπίτιδα και το άσθμα συνυπάρχουν σε πολλούς ασθενείς και από τις ενδείξεις, που συσσωρεύονται φαίνεται να υπάρχει μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος, δηλαδή η ρινοκολπίτιδα είναι ένας σημαντικός πυροδοτικός μηχανισμός του άσθματος. Ορισμένες μελέτες σε παιδιά και ενηλίκους δείχνουν ότι με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή και ή χειρουργική θεραπεία της ρινοκολπίτιδας συχνά βελτιώνεται το άσθμα. Άλλοι πάλι εφαρμόζοντας τη λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική ενός κόλπoυ (FESS) δεν έχουν πειστεί ότι βελτιώνεται το άσθμα[38].·

 

Χρειάζονται ακόμη έρευνες, με τις οποίες θα μελετηθούν· τα αποτελέσματα της φαρμακοθεραπείας της ρινοκολπίτιδας επί του άσθματος και οι βασικοί μηχανισμοί, που σχετίζονται με την ανώτερη και κατώτερη αεροφόρα οδό. Η χρονία ρινοκολπίτιδα είναι ένας σημαντικός παράγοντας ανάπτυξης υπεραντιδραστικότητας του αναπνευστικού βλεννογόνου και βρογχικού άσθματος[38] .·

 

Φυσιολογικοί παράγοντες που μπορούν να διαταράξουν την κροσσοβλεννική κάθαρση

των παραρρινίων κοιλοτήτων και να ευνοήσουν την ανάπτυξη ρινοκολπίτιδας·

Οι σύγχρονες απόψεις για την παθοφυσιολογία της ρινοκολπίτιδας στηρίζονται στις εκτεταμένες παρατηρήσεις αξονικών τομογραφιών του σπλαγχνικού κρανίου ασθενών και στις ενδοσκοπήσεις της μύτης και των παραρρινίων κοιλοτήτων. Είναι ξεκαθαρισμένο σήμερα ότι κεντρικό ρόλο στην εμφάνιση της νόσου παίζει η απόφραξη του συμπλέγματος των στομίων των πόρων (στομιοστικό σύμπλεγμα), μέσω του οποίου αποχετεύονται οι παραρρίνιοι κόλποι.

··· Για να παραμείνουν υγιείς οι κόλποι πρέπει να αποχετεύονται ελεύθερα και χωρίς εμπόδια. Η απόφραξη των στομίων των πόρων οδηγεί στην έναρξη της παθολογικής φυσιολογίας τους.·

·Οι ιογενείς και οι βακτηριδιακές λοιμώξεις και όχι η αλλεργία αποτελούν τον κύριο παράγοντα ανάπτυξης οξείας ρινοκολπίτιδας.

 

·Σε πολλούς όμως ασθενείς η αλλεργία αποτελεί προδιαθεσικό παράγοντα, που προκαλεί οίδημα του ρινικού βλεννογόνου με επακόλουθο την απόφραξη των στομίων των πόρων αποχέτευσης των παραρρινίων κοιλοτήτων και τη δευτεροπαθή ανάπτυξη λοίμωξης.

 

··· Σύμφωνα με τις τρέχουσες θεωρίες και απόψεις, για τη δημιουργία της ρινοκολπίτιδας, δίδεται προσοχή στις διαταραχές της μεταφορικής ικανότητας του κροσσωτού επιθηλίου του βλεννογόνου της μύτης και των παραρρινίων κοιλοτήτων και της υποξίας που προηγείται της εγκατάστασης της λοίμωξης. Η υποξία είναι το κλειδί σε όλη την ιστορία και είναι επακόλουθο της τοπικής λοίμωξης, αλλεργικού οιδήματος, τραύματος ή άλλων παραγόντων.

 

Η υποξία οδηγεί:

1.· Σε αγγειοδιαστολή με οίδημα των τοπικών ιστών και παραγωγή διιδρώματος.

2.· Δυσλειτουργία του κροσσωτού επιθηλίου και συσσώρευση εκκρίσεων.

3.· Δυσλειτουργία των βλεννογονίων αδένων και παραγωγή υπέρπυκνων εκκρίσεων.


Αυτοί οι τρεις παράγοντες έχουν ως κοινό επακόλουθο την κατακράτηση των εκκρίσεων, οι οποίες αποτελούν ένα καλλιεργητικό μέσο βακτηριδιακής υπερανάπτυξης, με συνέπεια την εμφανή κλινικά λοίμωξη. Οι λοιμώξεις αυτές είναι συνήθως ρινογενείς και δευτεροπαθώς επεκτείνονται και στις παραρρίνιες κοιλότητες [39, 40].Σήμερα υποστηρίζεται η άποψη ότι, εφόσον η κατάσταση του βλεννογόνου του στομιοστικού συμπλέγματος·

 

 

Στομιοστικό σύμπλεγμα, μέσος ρινικός πόρος, ηθμοειδής χώνη, μετωπιαίο κόλπωμα, μηνοειδής σχισμή Αξονική τομογραφία ηθμοειδούς χώνης (infutimbulum ethmoidale), Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,Ωτορινολαρυγγολόγος
Εικ. 3.·Στομιοστικό σύμπλεγμα.·Οι γραμ-μές με τα βέλη ανταποκρίνονται στην πορεία·της ενεργής μεταφοράς της βλέν-νης από τους·παραρρίνιους κολπους δια των στομίων εξόδου της στις ρινικές θαλάμες

Εικ. 4.·Αξονική τομογραφία της ηθμοειδούς χώνης (infuntibulum ethmoidale). Οι λευκές τελείες δείχνουν τη μηνοειδή σχισμή (hiatus semilunaris), που αφορίζεται πρς τα πάνω από την ηθμοειδή οστεοκύστη (bulla ethmoidalis) και προς τα κάτω με ηθμοειδές άγκιστρο (uncinate process) (*)

 Οsteomeatal·Complex) επιτρέπει την ευχερή αποχέτευση των κόλπων αποτρέπεται η δημιουργία ρινοκολπίτιδας (Εικ. 1). Επειδή η ανατομική του στομιοστικού συμπλέγματος συνίσταται από μια τεθλασμένη, τρισδιάστατη δίοδο,·η δημιουργία οιδήματος του βλεννογόνου αυτής της περιοχής , παρεμποδίζει την αποχέτευση κάποιου κόλπου.
 
Μέσα από αυτή τη στενωμένη περιοχή πρέπει να διέλθει το οξυγόνο και να αποχετευτούν οι εκκρίσεις των προσθίων ηθμοειδών κυψελών, των μετωπιαίων κόλπων και των γναθιαίων άντρων.
 
Το στομιοστικό σύμπλεγμα από τη φύση του είναι μεν μια τεθλασμένη τρισδιάστατη δίοδος, που όμως μπορεί να παρουσιάσει ποικίλες παραλλαγές, οι οποίες. μπορούν κι αυτές να υπεισέλθουν και να συμβάλλουν στη φυσική στένωση του διαύλου.

 

Το στομιοστικό σύμπλεγμα αποτελείται από ένα σύστημα σχισμών και ανοιγμάτων στο έξω τοίχωμα της μύτης, κυρίως μέσα στην πρόσθια επιφάνεια του ηθμοειδούς οστού. Αφορίζεται εσωτερικά από τη μέση ρινική κόγχη και πλαγίως από το έξω ρινικό τοίχωμα. Το κάτω όριο του συμπλέγματος είναι ή άνω επιφάνεια της κάτω ρινικής κόγχης και η άνω επιφάνειά του σχηματίζεται από το μετωπιαίο κόλπωμα (frontal recess). Το κενό μεταξύ της μέσης ρινικής κόγχης και του έξω ρινικού τοιχώματος σχηματίζει το μέσο ρινικό πόρο. Το έξω ρινικό τοίχωμα έχει ένα μηνοειδούς σχήματος άνοιγμα, τη μηνοειδή σχισμή (hiatus semilunaris)·(Εικ.· 3), που σχηματίζεται από το ηθμοειδές άγκιστρο (uncinate process), προς τα εμπρός και το κυρτό της ηθμοειδούς οστεοκύστης (bulla ethmoidalis), προς τα οπίσω. Μέσα από αυτόν τον·πόρο αποχετεύονται οι πρόσθιες ηθμοειδείς κυψέλες, τα ιγμόρεια ·άντρα και οι μετωπιαίοι κόλποι. Το ιγμόρειο άντρο ή γναθιαίος κόλπος αποχετεύεται διά μέσου της ηθμοειδούς χώνης (infuntibulum ethmoidale) (Εικ, 3, 4).·

 

 

 

Ο μετωπιαίος κόλπος αποχετεύεται δια του ρινομετωπιαίου πόρουπου είναι μια επιμηκυσμένη σχισμή μεταξύ της βάσης του μετωπιαίου κόλπου και της μηνοειδούς σχισμής. Βάσει των παραπάνω λεπτομερών γνώσεων της ανατομικής, που οφείλονται στη ρινική ενδοσκόπηση και τη λήψη κατάλληλων αξονικών τομογραφιών έχει γίνει κατανοητό ότι με την απόφραξη του στομίου εξόδου των εκκρίσεων ενός παραρρίνιου κόλπου ή με την απόφραξη της ηθμοειδούς· χώνης ξεκινάει ένας φαύλος κύκλος.

 

Η διακοπή του αερισμού και της αποχέτευσης με την·απόφραξη του στομίου εξόδου ενός κόλπου, προκαλείται λίμναση των εκκρίσεων και υποξία. Η υποξία περιορίζει τη συχνότητα κρούσεων και δονήσεων των κροσσών και έτσι περιορίζεται και η κροσσοβλεννική κάθαρση των κόλπων με·επακόλουθο τη δημιουργία φλεγμονής. ·

Η φλεγμονή με τη σειρά της επιδεινώνει το οίδημα του στομίου εξόδου των εκκρίσεων από τον κόλπο και έτσι επαναλαμβάνεται ο φαύλος κύκλος. Τούτο είναι πολύ σημαντικό στην παθοφυσιολογία της πυώδους ρινοκολπίτιδας

 

····· Καθώς οι εκκρίσεις αποφράσσουν τα στόμια, το περιβάλλον μέσα στον αποφραγμένο κόλπο γίνεται διαρκώς υποξικό, καθώς το οξυγόνο απορροφάται από το βλεννογόνο, ο οποίος έχει μεγάλη αγγείωση. Η αύξηση της υποξίας και η πτώση του pH διαταράσσουν σταδιακά τηδράση των κροσσών. Το υποξικό περιβάλλον ευνοεί επίσης την ανάπτυξη βακτηριδίων, που με τη σειρά τους και αυτά συμβάλλουν στη δυσλειτουργία των κροσσών και την πάχυνση της βλέννης. Επακόλουθο των παραπάνω είναι να εγκατασταθεί ένας φαύλος κύκλος δυσλειτουργίας των κροσσών, υποξίας και βακτηριδιακής υπερανάπτυξης, που γίνεται κλινικά εμφανής.·

·

hypoxia

Πίνακας 1. Ο μηχανισμός με τον οποίο εγκαθίσταται ο φαύλος κύκλος της σταδιακά εξελισσόμενης δυσλειτουργίας των κροσσών, υποξίας και στάσης της βλέννης, που οδηγεί σε ρινοκολπίτιδα

·

·Το υποξικό περιβάλλον ευνοεί επίσης την ανάπτυξη βακτηριδίων, που με τη σειρά τους και αυτά συμβάλλουν στη δυσλειτουργία των κροσσών και την πάχυνση της βλέννης. Επακόλουθο των παραπάνω είναι να εγκατασταθεί ένας φαύλος κύκλος δυσλειτουργίας των κροσσών, υποξίας και βακτηριδιακής υπερανάπτυξης, που γίνεται κλινικά εμφανής.·

·

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΗΣ

ΜΥΤΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ

ΠΑΡΑΡΡΙΝΙΩΝ

ΚΟΙΛΟΤΗΤΩΝ

Για να διατηρηθούν οι παραρρίνιες κοιλότητες υγιείς πρέπει :

1.····· Να παράγονται φυσιολογικά οι εκκρίσεις των βλεννογονίων αδένων του βλεννογόνου, που καλύπτει τη μύτη και τις παραρρίνιες κοιλότητες.

2.····· Η σύσταση της βλέννας να είναι φυσιολογική

3.····· Οι εκκρίσεις να διατηρούν τη φυσιολογική ρευστότητα και πυκνότητα, να περιέχουν φυσιολογικά ένζυμα και αντισώματα (π.χ. IgA)

4.····· Ο βλεννογόνος να έχει την ικανότητα να απομακρύνει ή να απορροφάει τους ατμοσφαιρικούς ρύπους, που αναγκάζεται να εισπνέει το άτομο, ζώντας στο παρόν πολιτισμικό περιβάλλον. Η διατήρηση της ικανότητας του κροσσωτού επιθηλίου να απομακρύνει τα εισπνεόμενα μικροσωματίδια του ατμοσφαιρικού αέρα, καθώς και τα βακτηρίδια και άλλους μικροοργανισμούς αποτελεί βασική προϋπόθεση της διατήρησης του κύκλου υγείας του βλεννογόνου της μύτης και των παραρρινίων κοιλοτήτων (Εικ. 5)[41, 42].

·

Διατάραξη του κύκλου υγείας του ρινικού βλεννογόνου, που οδηγεί σε ρινοκολπIτιδα.

Ο κύκλος υγείας του ρινικού βλεννογόνου και των παραρρινίων κοιλοτήτων διαταράσσεται, όταν συμβούν τα ακόλουθα.

1. Η εγκατάσταση ρινικής συμφόρησης και οιδήματος του ρινικού βλεννογόνου ή η ανατομική απόφραξη έχει ως επακόλουθο τον αποκλεισμό της αποχέτευσης των στομίων των πόρων των παραρρινίων κοιλοτήτων και την παρεμπόδιση της εισόδου αέρα σ' αυτές. Η δυσλειτουργία και απόφραξη της ηθμοειδούς χώνης ή του στομίου ενός από τους παραρρινίους κόλπους, οδηγεί στην απορρόφηση του οξυγόνου μέσα στον κόλπο και την ανάπτυξη αρνητικής πίεσης. Η αρνητική πίεση μπορεί να δημιουργήσει αίσθημα δυσφορίας στο μέσον του προσώπου του ασθενούς ή στην περιοχή του πάσχοντος κόλπου ή αντανακλαστικό πονοκέφαλο, σε διάφορα σημεία της κεφαλής ή του προσώπου. Τούτο είναι κοινό χαρακτηριστικό μιας λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού και μιας οξείας κρίσης αλλεργικής ρινίτιδας ή εισπνοής ερεθιστικών ουσιών η μιας ετήσιας παρατεταμένης ρινίτιδας ή μιάς ρινίτιδας κατά τη ρινίτιδα της εγκυμοσύνης.

 

2. Η δυσλειτουργία της ηθμοειδούς χώνης και η απόφραξη του ή των στομίων των κόλπων παρεμποδίζει την αποχέτευση των εκκρίσεων, που παράγονται από το αναπνευστικό επιθήλιο των κόλπων.

 

3. Αν δεν αποκατασταθεί η αποχέτευση του πάσχοντος κόλπου, τότε οι εκκρίσεις μέσα σ' αυτόν γίνονται στάσιμες και παχύρρευστες, με επακόλουθο την αλλαγή του pH τους. Αυτό έχει ως συνέπεια τις αλλαγές του μεταβολισμού των κυττάρων του βλεννογόνου και τη διαταραχή της κινητικότητας των κροσσών του κροσσωτού επιθηλίου, που καλύπτει τον κόλπο.

 

4. Η προστατευτική λειτουργία της ηθμοειδούς χώνης διαταράσσεται από το οίδημα και τη δυσκινησία των κροσσών του επιθηλίου του βλεννογόνου. Η αρνητική πίεση μέσα στον κόλπο και η δυσλειτουργία του βλεννογόνου της ηθμοειδούς χώνης επιτρέπει στα βακτηρίδια της ρινικής χλωρίδας να μεταφερθούν με πορεία αντίθετη από αυτή, που έχει η κατεύθυνση κρούσης των κροσσών του κροσσωτού επιθηλίου. Αυτό έχει ως επακόλουθο την εισβολή των βακτηριδίων στην κοιλότητα του κόλπου, που υποτίθεται ότι είναι στείρα μικροβίων. Τα βακτηρίδια της μύτης εισβάλλουν στο γναθιαίο κόλπο από την περιοχή, που βρίσκεται γύρω από τις πρόσθιες ηθμοειδείς κυψέλες. Οι κυψέλες αυτές είναι εκείνες, που υφίστανται λοίμωξη συχνότερο από κάθε άλλο παραρρίνιο κόλπο [46]. .Ο ενοφθαλμισμός με βακτηρίδια του κόλπου, που είναι γεμάτος υγρό και αποφραγμένος αποτελεί την έναρξη της οξείας ρινοκολπίτιδας.

 

5. Η κατακράτηση των εκκρίσεων μέσα σε μια παραρρίνια κοιλότητα προκαλεί φλεγμονή και εξέλιξη της βακτηριδιακής λοίμωξης. Η ανεπάρκεια της λειτουργίας του κροσσωτού επιθηλίου των κόλπων επιτρέπει την παραπέρα δημιουργία βακτηριδιακών αποικιών. Ο φυσιολογικός ρυθμός κρουστικής κίνησης των κροσσών του επιθηλίου ανέρχεται περίπου στις 700 το λεπτό. Οι κρούσεις των κροσσών γίνονται λιγότερες των 300 των λεπτό, αν υπάρχει εισβολή ιών, βακτηριδίων, αλλεργιογόνων. Η ελάττωση των κρούσεων των κροσσών οφείλεται στην υπερέκκριση βλέννας και απελευθέρωση χημικών μεσολαβητών από φλεγμονώδη κύτταρα του βλεννογόνου της περιοχής, που πάσχει.(Εικ. 6).·

 

Δαταραχή των αμυντικών μηχανισμών και ο ρόλος του οξειδωτικού στρες

Εκτός από τη μη αποτελεσματική· αποχέτευση των ιγμορείων ή οποιουδήποτε άλλου παραρρίνιου κόλπου, για την ομαλή λειτουργία του ρινοκολπικού βλεννογόνου είναι απαραίτητη και η κανονική· τοπική παραγωγή βλέννας και περικροσσικού υγρού· (υγρό που παράγουν οι εκκριτικοί αδένες ανάμεσα στους κροσσούς του βλεννοκροσσωτού επιθηλίου του βλενογόνου), η επαρκής μεταφορά τους με τη βοήθεια αυτών των κροσσών· και η ακεραιότητα των φυσιολογικών γενικών και τοπικών ανοσολογικών χημικών και κυτταρικών αμυντικών μηχανισμών, καθώς και επίεδα επάρκειας ορισμένων βιταμινών, όπως η βιταμίνη D3. Σημαντικό ρόλο στη διαταραχή των παραπάνω παίζει η παρουσία του οξειδωτικού στρες καθώς και το γενικό ψυχολογικό και σωματικό στρες που περνάει κάποιος ασθενής. ·[7]Η πτωχή ψυχική υγεία σχετίζεται με οξείες λοιμώδεις νόσους, όπως τούτο παρατηρήθηκε σε 47,202 κολλεγιακούς φοιτητές των ΗΠΑ [47].·

 

Ο ρόλος των στομίων αποχέτευσης των ιγμορείων και των λοιπών παραρρινίων

κοιλοτήτων στην πρόκληση της ρινοκολπίτιδας

Η μέση διάμετρος των στομίων αποχέτευσης των ιγμορείων σε ενήλικες είναι 2,5 mm. To άνοιγμα αυτό δεν είναι σταθερό, αλλά τροποποιείται με τις αλλαγές στάσης του σώματος ή κατά τη διάρκεια της οξείας φάσης ενός κοινού κρυολογήματος. Στη φάση αυτή η ανάπτυξη οιδήματος στο βλεννογόνο της μύτης και των ιγμορείων περιορίζει τη διάμετρο του στομίου αποχέτευσης τους κατά 80% . Ένα από τα επακόλουθα του περιορισμού της διαμέτρου των αποχετευτικών στομίων είναι και η πτώση της πίεσης του οξυγόνου. Η υποξία περιορίζει τη συχνότητα κρούσεων και δονήσεων των κροσσών και έτσι περιορίζεται και η κροσσοβλεννική κάθαρση των κόλπων και η κατάσταση αυτή οδηγεί στην οξεία ρινοκολπίτιδα.· ·Παρά τούτο έχει βρεθεί ότι μόνο στο 35% των ασθενών με χρονία ρινοκολπίτιδα υπάρχει στην αξονική τομογραφία απόφραξη του στομίου αποχέτευσης των παραρρινίων κόλπων κόλπων [8]. ·

 

Η συμμετοχή της ποσότητα και ποιότητα της παραγόμενης βλέννας σε μια

ρινοκολπίτιδα

 

·Η βλέννη που παράγεται στο βλεννογόνο των ιγμορείων των υγιών ατόμων περιέχει αντιμικροβιακές ουσίες, λίγες ποσότητες θρεπτικών ουσιών και είναι στείρο μικροβίων. Όμως κατά τη διάρκεια μιας 

 
Οξεία ιγμορίτιδα, οξεία μετωπιαία κολπίτιδα, οξεία ηθμοειδίτιδα,
Εικ. 6. Σχηματική παράσταση της οξείας ιγμορίτιδας, οξείας μετωπιαίας κολπίτιδας και οξείας ηθμοειδίτιδας. Η απόφραξη των στομίων εξόδου της βλέννης, λόγω της απόφραξής τους από το οίδημα της φλεγμονής διακόπτει τον αερισμό και την αποχέτευση των κόλπων, επιτρέπει τη συσσώρευση των εκκρίσεων μέσα στους κόλπους, προκαλεί βλάβη των κροσσών του επιθηλίου του βλεννογόνου, επιτρέποντας σε σαπροφυτικούς παράγοντες να γίνουν παθογόνοι και να επαυξήσουν τη φλεγμονή και το οίδημα του βλεννογόνου με αύξηση της απόφραξης (φαύλος κύκλος.

··λοίμωξης του ανώτερου αναπνευστικού· προκαλείται υπερπλασία και υπερέκκριση του βλεννογόνου από τους σωλναριοκυψελιδικούς αδένες του, που οδηγεί σε ποσοτικές και ποιοτικές αλλαγές των κολπικών εκκρίσεων [9].·

 

Η διαταραχή της λειτουργίας των

κροσσών του βλεννοκροσσωτού

επιθηλίου.

 

Η δυναμική λειτουργία των κροσσών του ενιαίου βλεννοκροσσωτού επιθηλίου που καλύπτει τα τοιχώματα των παραρρινίων κόλπων και των ρινικών κοιλοτήτων επιτρέπει τη μεταφορά της φυσιολογικά εκκρινόμενης βλέννας προς το στόμιο αποχέτευσης του καθώς κόλπου και από εκεί στη ρινική κοιλότητα.

 

Εφόσον οι κροσσοί έχουν υποστεί βλάβη από μια οξεία ιογενή λοίμωξη, σύντομα αποκαθίσταται η φυσιολογική λειτουργία τους. Σε περίπτωση όμως βλάβης των κροσσών λόγω μιας παρατεταμένης βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας η αποκατάσταση της λειτουργίας τους είναι δύσκολη ή καθυστερεί πολύ ή δεν αποκαθίσταται.

 

Επιπλέον η τροποποίηση της παραραγωγής και της ποιότητας των εκκρίσεων του ρινοκολπικού βλεννογόνου κατά τη διάρκεια της φλεγμονής επηρεάζει τη μεταφορική ικανότητα των κροσσών με επακόλουθο τη λίμναση των εκκρίσεων μέσα στις παραρρίνιες κοιλότητες. ·

 

Το υψηλό ποσοστό παρουσίας βιομεμβρανών που ανευρίσκεται στο βλεννογόνο των παραρρινίων κόπλπων ασθενών με χρονία ρινοκολπίτιδα αποτελεί την τελική φάση μιας φλεγμονώδους διαδικασίας που οδηγεί σε πλήρη καταστροφή του επιθηλίου [10].·

·

ΟΞΕΙΑ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑ

Η οξεία ρινοκολπίτιδα· είναι μια ρινογενής λοίμωξη, η οποία είναι ο τελικό αποτέλεσμα μιας σειράς παθογενετικών γεγονότων, που οδηγούν στην πρόκληση και εκδήλωση μιας κλινικής εικόνας που ποικίλει σε ένταση και διάρκεια από ασθενούς· σε ασθενή. η απόφραξη των στομίων αποχέτευσης των παραρρινίων κοιλοτήτων συμβάλει στην έναρξη της οξείας ρινοκολπίτιδας.

 

Οι παραρρίνιες κοιλότητες μπορεί να· συμπεριλαμβάνονται στη λοίμωξη. Η οξεία ιογενής ρινοκολπίτιδα ξεκινάει την απόφραξη του στομίου αποχέτευσης του πάσχοντος κόλπου, η οποία δίδει έναρξη της οξείας βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας. Εδώ δημιουργείται το ερώτημα: Πώς εμφανίζονται τα βακτηρίδια μέσα στις παραρρίνιες κοιλότητες;·

 

·Ως γνωστόν μια υγιής παραρρίνια κοιλότητα, όπως και η κοιλότητα του μέσου ωτός και οι πνεύμονες, κανονικά είναι στείρα μικροβίων.·

Υποστηρίζουν μερικοί ότι υπάρχουν αναερόβιοι μικροοργανισμοί στις παραρρίνιες κοιλότητες.· Όμως πιστεύουν άλλοι, ότι τούτο οφείλεται στη μετάγγιση των μικροβίων από τη μύτη προς τους κόλπους, κατά την ενδοσκοπική συλλογή εκκριμάτων από τους κόλπους. Πιθανόν η βακτηριδιακή εισβολή στους κόλπους πραγματοποιείται, αφού αρχίσει ο πολλαπλασιασμός τους στη μύτη.

Στη συνέχεια τα βακτηρίδια εισέρχονται στους κόλπους, αφού έχει παραβλαφτεί η κινητικότητα των κροσσών του βλεννογόνου και το στόμιο των κόλπων δεν έχει αποφραχτεί πλήρως από το οίδημα του βλεννογόνου. Πιστεύεται όμως ότι και για τη μέση ωτίτιδα, δηλαδή η δημιουργία κλειστού χώρου με αρνητική βαρομετρική πίεση οδηγεί στη συσσώρευση υγρού και στη συνέχεια την εισβολή βακτηριδίων.·

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

Παρά το γεγονός ότι το ιστορικό, η κλινική εξέταση, η αξονική τομογραφία και ο ενδοσκοπικός έλεγχος; διευκόλυναν και εξασφάλισαν τα τελευταία 20 χρόνια τη διάγνωση της ρινοκολπίτιδας, εν τούτοις υπάρχουν περιπτώσεις ρινοκολπίτιδας, κατά τις οποίες η διάγνωση τίθεται με δυσκολία, τόσο σε παιδιά, όσο και σε ενήλικες.·

 

ΛΟΙΜΩΞΗ

Ρινική απόφραξη

Ρινική συμφόρηση, μπούκωμα μύτης

Πρόκληση πόνου κατά · την πίεση του ·πάσχοντος ·κόλπου

Παχύρρευστη βλεννοπυώδης ·ρινική· απέκκριση, οπισθορρι-νικός κατάρρους

Οδονταλγία

Πυρετός

Βήχας

Διαταραχές της ·οσφρήσεως (πιθανόν)

Οζοστομία (κακοσμία στόματος)

Αυχενική λεμφαδενίτιδα·

ΑΛΛΕΡΓΙΑ

ΡΙΝΙΚΗ·ΑΠΟΦΡΑΞΗ

ΡΙΝΙΚΗ ΑΠΟΦΡΑΞΗ (ΜΠΟΥΚΩΜΑ ΜΥΤΗΣ)

Κνησμός της μύτης ή του··· ρινοφάρυγγα

Ρινόρροια λευκόρρευστου ····υγρού

Παροξυσμικοί πταρμοί

Ιστορικό ρινοκολπίτιδας κατά την · αλλεργιογόνο περίοδο ···ή καθ’υποτροπήν·ρινοκολπίτιδα,··· αν υπάρχει ετήσια · ρινίτιδα

Άλλα αλλεργικά· συμπτώματα (π.χ.πταρμοί, κνησμός μύτης ή και οφθαλμών) ·

·Διαταραχές··· οσφρήσεως)

Πίνακας 2. Διαφορές της ρινοκολπίτιδας και αλλεργικής· ρινίτιδας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Αναγνώριση της οξείας ρινοκολπίτιδας

Συνήθως ο ασθενής αναφέρει την ύπαρξη σημείων και συμπτωμάτων λοίμωξης του ανωτέρου αναπνευστικού συστήματος. Η κλινική εικόνα και το ιστορικό βοηθούν στη διαφορική διάγνωση της ιογενούς λοίμωξης από την αλλεργική ρινίτιδα. (Πίνακας 1) Η συμπτωματολογία του ασθενούς και η πρόκληση πόνου σε διάφορα σημεία της κεφαλής βοηθούν στην κατανόηση, σε ποιόν κόλπο εντοπίζεται η λοίμωξη. Ο κάθε παραρρίνιος κόλπος που φλεγμαίνει μπορεί να προκαλεί ανακλώμενον άλγος σε διάφορα σημεία του προσώπου και της κεφαλής.·

 

Συμπτώματα· οξείας βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας

Στην αρχική φάση της νόσου τα συμπτώματα της οξείας ρινοκολπίτιδας μπορεί να είναι δύσκολο να διακριθούν από τα συμπτώματα του κοινού κρυολογήματος ή της οξείας κρίσης αλλεργικής ρινίτιδας.· Ορισμένα όμως συμπτώματα, όπως ο πονοκέφαλος ή η προσωπαλγία και η αύξηση της θερμοκρασίας και του αριθμού των σφίξεων είναι συνηθισμένη στην ρινοκολπίτιδα από οποιοδήποτε κόλπο.

 

··· Η εντόπιση του άλγους στο πρόσωπο ή την κεφαλή ποικίλλει ανάλογα με το ποιός κόλπος έχει προσβληθεί.· Ανάλογα με το αν παραμένει ανοικτό το στόμιο αποχέτευσης ενός κόλπου μπορεί να παρατηρηθεί βλεννοπυώδης απέκκριση από της μύτη. Λιγότερο συχνά παρατηρούνται οπισθορρινικός κατάρρους με βήχα, διάχυτος πονοκέφαλος δυσοσμία στόματος (οζοστομία) και ανοσμία.

 

··· Στα παιδιά τα συμπτώματα μπορεί να είναι λιγότερον ειδικά σε σύγκριση με τους ενηλίκους.· Τα παιδιά παραπονούνται λιγότερο για πονοκέφαλο και προσωπαλγία.· Η παρουσία επίμονης ρινικής συμφόρησης και βήχα κατά τη διάρκεια της ημέρας πέραν των 7 ημερών, με υψηλό πυρετό, βλεννοπυώδη ρινική απέκκριση και ιδίως ένα ήπιο περικογχικό οίδημα πιθανότατα σημαίνουν την παρουσία βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας. Ο νυκτερινός βήχας είναι λιγότερο ειδικός από το βήχα, κατά τη διάρκεια της ημέρας και αποτελεί ένδειξη νόσου των παραρρινίων.· Ο νυκτερινός βήχας συχνά επιμένει μετά τη διακοπή της ρινόρροιας του κρυολογήματος.

 

Σημεία οξείας βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας

 

Κατά την ψηλάφηση, με ελαφρά πίεση, ενός κόλπου που πάσχει μπορεί να ανεβρεθεί ευαισθησία του.· Αν η ρινοκολπίτιδα είναι αποτέλεσμα οδοντικής λοίμωξης, το δόντι που πάσχει συνήθως είναι ευαίσθητο κατά την επίκρουση.· Κατά τη ρινοσκόπηση ο βλεννογόνος της μύτης είναι οιδηματώδης.· Αν συνυπάρχει οξεία ρινίτιδα ο ρινικός βλεννογόνος είναι συμπεφορημένος χωρίς να παρέχει πληροφορίες για την κατάσταση των παραρρινίων κόλπων.· Αν κάποιος από τους πρόσθιους κόλπους φλεγμαίνει (π.χ. μετωπιαίος, γναθιαίος άντρο, πρόσθιο ηθμοειδές σύμπλεγμα), τότε μπορεί η μέση ρινική κόγχη να είναι εξέρυθρη και με οίδημα, ενώ η αγκιστροειδής απόφυση μπορεί να προέχει.· Ο μέσος ρινικός πόρος είναι δυνατόν να είναι κλειστός ή να είναι καθηλωμένο σ' αυτόν πύον και άλλες εκκρίσεις.

 

··· Όταν πάσχουν οι οπίσθιες ηθμοειδείς κυψέλες και ο σφηνοειδής κόλπος, τότε ο βλεννογόνος έχει μη υγιά όψη στις περιοχές της οπίσθιας άνω μοίρας της ρινικής κοιλότητας.· Είναι δυνατόν να ρέει πύο πίσω από το οπίσθιο άκρο της μέσης ρινικής κόγχης ή να κατέρχεται από τη σφηνοηθμοειδη· αύλακα.

 

··· Κατά τη εξέταση του στοματοφάρυγγα συνήθως γίνεται ορατό το κατερχόμενο βλεννοπυώδες απέκκριμα, ως οπισθορρινικός κατάρρους.· Από το στόμα του ασθενούς αλλά και από τη μύτη τους εξέρχεται δύσοσμη απόπνοια.· Κατά την ψηλάφηση του τραχήλου και του αυχένα , συνήθως ανευρίσκονται διογκωμένοι οι τραχηλικοί λεμφαδένες, ιδίως στα παιδιά.· Συμπτωματικά μπορεί να συνυπάρχει περικογχικόν οίδημα.· Η παρουσία ρινικών πολυπόδων στα παιδιά συνήθως σημαίνει την ύπαρξη κυστικής ίνωσης, αν και σπανίως μπορεί να είναι δηλωτικοί αλλεργικής ρινίτιδας.· Με την πρόσθια ρινοσκοπία αναζητείται και η παρουσία ξένου σώματος, ιδίως στα νήπια.

 

Διαφορική διάγνωση ρινοκολπίτιδας από όγκο σε παραρρίνιο κόλπο.

Η παρουσία κακοήθειας σ' έναν παραρρίνιο κόλπο είναι σπάνια.· Σπανίως ένας όγκος γίνεται κλινικά αντιληπτός, στα αρχικά του στάδια.· Τα σημεία και συμπτώματα· ενός όγκου εξαρτώνται από την επέκταση του όγκου στα κολπικά τοιχώματα ή την τοπική του διήθηση. Τοπικά συμπτώματα που μπορεί να προκληθούν από έναν όγκο είναι:

Επίσταξη, πρόπτωση οφθαλμού, τρισμός, πληρότητα της παρειάς ή της υπερώας, παράλυση κρανιακού νεύρου ή νεύρων, μούδιασμα στο πρόσωπο και χαλάρωση των δοντιών της άνω γνάθου.· Οι λεμφαδενικές μεταστάσεις είναι σπάνιες. Που όμως αν βρεθούν είναι κακής πρόγνωσης.

 

Εντόπιση του πάσχοντος κόλπου

 Οξεία ιγμορίτιδα

 

 

Κατά την προσπάθεια διάγνωσης της οξείας ρινοκολπίτιδας με τη λήψη του ιστορικού ερευνάται επίσης το αν η λοίμωξη προέρχεται από τα γναθιαία άντρα, τις ηθμοειδείς κυψέλες, τους μετωπιαίους και το σφηνοειδή κόλπο.· Η οξεία φλεγμονή του κάθε κόλπου συνήθως συνοδεύεται από πόνο χαρακτηριστικής εντόπισης. Στη χρονία ρινοκολπίτιδα τα συμπτώματα δεν είναι σαφώς εντοπισμένα και τότε η διάγνωση τίθεται με βεβαιότητα, με τη βοήθεια της αξονικής τομογραφίας και της ενδοσκόπησης.

 

Ο πονοκέφαλος που θα περιγραφεί από τον ασθενή πρέπει να εκτιμάται με πολύ προσοχή. Υπάρχουν ασθενείς που στο ιστορικό τους αναφέρεται η ύπαρξη κάποιας μορφής ημικρανίας ή πονοκεφάλου τύπου τάσεως, ή άλλου τύπου. Πολλές φορές ο ασθενής ισχυρίζεται ότι έχει πονοκέφαλο και υποστηρίζει ότι ευθύνεται γιαυτό η ημικρανία του. Άλλοτε πάλι παίρνοντας ένα απλό αναλγητικό υποχωρεί ο πονοκέφαλος προσωρινά. Μερικές φορές ο πονοκέφαλος είναι συνεχής και υποδηλώνει την παρουσία του όταν βήχει ο ασθενής ή κατεβαίνει σκαλοπάτια τρέχοντας.

 

Σ’αυτές τις περιπτώσεις πάντοτε πρέπει να γίνεται λεπτομερής νευρολογική εξέταση και αν έτσι τεθεί η παρουσία κάποιου όγκου, τότε πρέπει να παραγγέλλεται αξονική ή μαγνητική τομογραφία του σπλαγχνικού κρανίου και του εγκεφάλου.

·

ΟΞΕΙΑ ΓΝΑΘΙΑΙΑ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ (ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ)

Κλινική εικόνα οξείας ιγμορίτιδας ή γναθιαίας κολπίτιδας

  • Συνηθισμένα ενοχλήματα: Μονόπλευρος πόνος στη περιοχή της άνω γνάθου, oδονταλγία., περικογχικός ή υπερκογχικός πόνος, κροταφική κεφαλαλγία.
  • Άλλοι δηλωτικοί παράγοντες: Ευαισθησία πάνω από την περιοχή του γναθιαίου κόλπου. Οίδημα του βλεννογόνου. Υπεραιμία. Πυώδες απέκκριμα στο μέσο ρινικό. Θετικά ακτινογραφικά ευρήματα με απλή ακτινογραφία παραρρίνιων κοιλοτήτων
  • Επιπρόσθετες σκέψεις:·Η παρουσία έντονου άλγους μπορεί να είναι ένδειξη χειρουργικής παροχέτευσης.
  • Τι επιδεινώνει τα συμπτώματα: Η διατήρηση της κεφαλής σε όρθια στάση.
  • Τι βελτιώνει τα συμπτώματα: Η κατάκλιση σε ύπτια στάση.
  • Πληροφορίες για τη χρόνια γναθιαία κολπίτιδα: Δυσφορία στο ύψος· του ζυγωματικού οστού (αίσθημα· πίεσης κάτω από το μάτι ή η παρουσία μιας χρόνιας· οδονταλγίας. ·Τα συμπτώματα επιδεινώνονται με μια λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού ή μια κρίσης αλλεργίας. Η δυσφορία του ασθενούς τυπικά επιδεινώνεται κατά τη διάρκεια της· ημέρα. Νυχτερινός βήχας.· Στα παιδιά ο ημερήσιος βήχας χαρακτηρίζει ειδικότερα την ρινοκολπίτιδα, παρά ο νυκτερινός.

Ιογενής ρινοκολπίτιδα

Μια οξεία λοίμωξη του ανώτερου αναπνευστικού που διαρκεί λιγότερο από 7 ημέρες συνήθως είναι ιογενούς αιτιολογίας (ιογενής ρινοκολπίτιδα), ενώ μια οξεία βακτηριδιακή ρινοκολπίτιδα είναι πιο πιθανή αν η λοίμωξη διαρκέσει πέραν των 7-10 ημερών [11].Μια ιογενής λοίμωξη, όπως το κοινό κρυολόγημα προκαλεί συμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου και φλεγμονή που γίνεται αισθητή πιο έντονα στη μύτη, ενώ ο ασθενής παραπονείται για μπούκωμα της μύτης και καταρροή. Σ’ αυτή την περίπτωση το στόμιο αποχέτευσης των ιγμορείων ή των λοιπών κόλπων στενεύει και αποφράσσεται , χωρίς να κλείσει· τελείως, συνήθως.

 

Ακολουθεί η δημιουργία εξιδρώματος που είναι ορώδες υγρό ή βλέννη, που συσσωρεύεται μέσα στους κόλπους. Το στάδιο αυτό μπορεί να χαρακτηριστεί ως μη βακτηριδιακό ή ιογενές και συνήθως υποχωρεί μέσα σε δέκα-δεκατέσσερις ημέρες χωρίς οποιαδήποτε θεραπεία. Το οίδημα υποχωρεί σταδιακά, αποκαθίσταται η λειτουργία των στομίων αποχέτευσης και αποκαθίσταται η βλάβη που υπέστη το βλεννοκροσσωτό επιθήλιο.

 

Έχει υπολογιστεί ότι μόνο το 0.5-2% την συνήθων κρυολογημάτων εξελίσσεται σε οξεία βακτηριδιακή λοίμωξη και ότι το 70% των οξέων ρινοκολπιτίδων υποχωρούν χωρίς θεραπεία. Οι περισσότερες περιπτώσεις οξείας ρινοκολπίτιδας σε περιπατητικούς ασθενείς είναι ιογενείς. Επί απουσίας σοβαρών ή ταχέως επιδεινουμένων συμπτωμάτων, θα πρέπει να καθυστερεί η χορήγηση αντιβιοτικών, εφόσον παρακολουθείται η πορεία της νόσου από τον θεράποντα ιατρό [12].

 

Δημιουργία μικρής έντασης ρινοκολπίτιδας

Κάτω από ορισμένες συνθήκες η παραπάνω ιογενής λοίμωξη που περιγράφηκε ·αν δεν υποχωρήσει αυτόματα μετά την 7-10 ημέρα ·μόνη της, αλλά συνεχίζει να υφίσταται προκαλώντας ήπιου βαθμού συμπτώματα, οδηγεί ·σε περαιτέρω βλάβες του ρινοκολπικού βλεννογόνου. Στη φάση αυτή αρχίζουν να δημιουργούνται βακτηριδιακές αποικίες μέσα στους κόλπους. Τα λευκοκύτταρα που εισβάλουν στον τόπο της φλεγμονής απελευθερώνουν γαλακτικό οξύ που τροποποιεί το περιβαλλοντικό pH την κόλπων.

 

Αυτή η αλλαγή μαζί με τα αποφραγμένα στόμια αποχέτευσης των κόλπων προκαλεί αύξηση της μερικής πίεσης του CΟ2. Στη ρινοκολπίτιδα τα επίπεδα του εκπνεόμενου από τη μύτη ΝΟ είναι περιορισμένα, διότι υπάρχει περιορισμός της ροής του ΝΟ προς τη τις ρινικές κοιλότητες λόγω του οιδήματος του βλεννογόνου των κόλπων και των στοπμίων εξόδου τους. Μετά από αποτελεσματική θεραπεία αυξάνουν τα επίπεδα του εκπνεόμενου ΝΟ [13].·.Στη φάση αυτή τα στόμια αποχέτευσης των κόλπων μπορεί να αποχετεύουν τους κόλπους, καθώς μπορεί να ανοίγουν αυτόματα, αλλά καθώς εξελίσσεται η διδικασία της φλεγμονής, τα στόμια τελικά αποφράσσονται συνήθως, τελείως, δημιουργώντας μια μικρής έντασης φλεγμονή στους παραρρίνους κόλπους.

 

Δημιουργία μεγάλης έντασης ρινοκολπίτιδας

 

 

ΚΟξεία ηθμοειδίτιδα. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ωτορινολαρυγγολόγοςάτω από ευνοϊκές συνθήκες η φλεγμονή της ιογενούς λοίμωξης παρατείνεται και η ένταση της ρινοκολπίτιδα εξελίσσεται, επιτρέποντας τον πολλαπλασιασμό παθογόνων βακτηριδίων ·με μεγάλη ταχύτητα. Τα λευκοκύτταρα απελευθερώνουν περισσότερα πρωτεολυτικά ένζυμα και ο κολπικός βλεννογόνος υφίσταται περαιτέρω βλάβες. Συνεπεία της μεταβολικής οξείδωσης αυξάνουν τα επίπεδα του γαλακτικού και διαταράσσεται η αντιμικροβιακή άμυνα.

 

Οι αλλαγές του μεταβολισμού στο φλεγμαίνον ιγμόρειο ή σε οποιοδήποτε άλλο παραρρίνιο κόλπο ευνοεί τον αποικισμό και τον πολλαπλασιασμό ορισμένων παθογόνων βακτηριδίων, που συμβάλλουν στην παραγωγή πυωδών ή βλεννοπυωδών απεκκρίσεων.

 

Αυτές οι αλλαγές συμβάλλουν στην επιδείνωση των παθολογοανατομικών βλαβών του βλεννογόνου που· φλεγμαίνει. Έτσι μπορεί να προκληθούν εξελκώσεις και μεταπλασία στο βλεννογόνο, περαιτέρω βλάβη των κροσσών του βλεννοκροσσωτού επιθηλίου που τον επικαλύπτει και μεγαλύτερη απόφραξη του στομίου 

 

αποχέτευσης του πάσχοντος κόλπου και διαιώνιση της φλεγμονής.. Βεβαίως δεν υπάρχουν σαφή όρια μεταξύ των τριών φάσεων της εξέλιξης της φλεγμονής του βλεννογόνου ενός παραρρίνιου κόλπου , καθόσον η μετάβαση από τη μία φάση στην άλλη γίνεται βαθμιαία [14].

 

 

 

ΟΞΕΙΑ ΗΘΜΟΕΙΔΙΤΙΔΑ

Κλινική εικόνα οξείας ηθμοειδίτιδας.·Η οξεία ηθμοειδίτιδα είναι πολύ διαδεδομένη και συνήθως συνυπάρχει με την ιγμορίτιδα ή τη μετωπιαία κολπίτιδα.

Σπανίως συναντάει κανείς στις αξονικές τομογραφίες ασθενών με συμπτωματολογία ρινοκολπίτιδας ελεύθερες τις ηθμοειδείς κυψέλες.

Στις περισσότερες των περιπτώσεων οξείας ηθμοειδίτιδας μεταξύ των λοιπών συμπτωμάτων και σημείων της νόσου συνήθως παρατηρείται ολική ή μερική ανοσμία.

Η οξεία ηθμοειδίτιδα μπορεί σπανίως να προκαλέσει μια εντοπισμένη λοίμωξη του δακρυικού ασκού, που μιμείται τη δακρυοκυστίτιδα. Οι υποτροπιάζουσες λοιμώξεις μπορεί να οδηγήσουν σε πλήρη απόφραξη του ρνοδακρυικού πόρου. [Yazici B, Yazici Z. Pseudodacryocystitis and nasolacrimal duct obstruction secondary to ethmoiditis. Ophthal Plast Reconstr Surg. 2010 Sep-Oct;26(5):381-3.]

 

 

Συνηθισμένα ενοχλή-ματα της οξείας ηθμο-ειδίτιδας

Βελτίωση των συμπτωμάτων της οξείας ηθμοειδίτιδας

Ρινική συμφόρηση

Πυώδης ρινόρροια

Πόνος ή πίεση στον έσω κανθό

Περικογχική κεφαλαλγία ·Κροταφική κεφαλαλγία

Ανοσμία

Άλλοι δηλωτικοί παράγοντες

Πυρετός

Ρινική απόφραξη

Ευαισθησία στην περιοχή του έσω··· κανθού

Επιπρόσθετες Πληροφορίες

Προσβολή και των υπολοί-πων κόλπων

Δυνατόν να συνυπάρχει και οξεία· ιγμορίτιδα

Τι επιδεινώνει τα συμπτώματα

Βήχας

Μυϊκή προσπάθεια ή σφίξιμο των·· μυών

Ύπτια θέση

Συγκράτηση της κεφαλής σε ορθία στάση

 

Πληροφορίες για τη χρονία·ηθμοειδίτιδα

Παρουσία ρινικής απόφραξης, χρόνιας ρινόρροιας ή οπισθορρινικού κατάρ-ρου και μικρού βαθμού δυσφορία

Ο άρρωστος δείχνει τη ράχη ή τη ρίζα της μύτης ως σημείο, που αισθάνεται δυσφορία

Τα συμπτώματα χειροτερεύουν μετά την πρωινή έγερση και·· επιδει-νώνονται με την τοποθέτηση των γυαλιών

Καθ' υποτροπήν πονόλαιμος και οζοστομία

Καθ' υποτροπήν δευτεροπαθής ιγμο-ρίτιδα και και μετωπιαία κολπίτιδα

·

 
OΞΕΙΑ ΜΕΤΩΠΙΑΙΑ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑ
 
 
ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΟΞΕΙΑΣ ΜΕΤΩΠΙΑΙΑΣ ΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ
  • · Συνηθισμένα ενοχλήματα:·Σοβαρή μετωπιαία κεφαλαλγία.·Πυρετός (Τυπικός, αλλά όχι πάντοτε παρών)
  • Άλλοι δηλωτικοί παράγοντες:·Σοβαρή μετωπιαία κεφαλαλγία, που σχετίζεται με ευαισθησία πάνω από τον μετωπιαίο κόλπο κατά την ψηλάφηση η την επίκρουση.
  • · Επιπρόσθετες σκέψεις:·Η οξεία μετωπιαία ρινοκολπίτιδα αποτελεί μια επείγουσα ιατρική κατάσταση ή οποία μπορεί να απαιτήσει άμεση χειρουργική αντιμετώπιση.

Οξεία μετωπιαία κολπίτιδα. Δρ Δημήτριος Ν. ΓκέληςΟι έφηβοι άρρενες βρίσκονται ιδιαιτέρως σε κίνδυνο ενδοκρανιακών επιπλοκών. Η οξεία μετωπιαία ρινοκολπίτιδα είναι επιρρεπής σε επιπλοκές, όπως : μηνιγγίτιδα, επισκληρίδιο απόστημα, υποσκληρίδιο εμπύημα, εγκεφαλικό απόστημα, και απώλεια της όρασης (ασυνήθιστο, αλλά όχι σπάνιο).

 

  • · Τι επιδεινώνει τα συμπτώματα: Η κατάκλιση.
  •  
  • Η άσκηση πίεσης με τον αντίχειρα στο έδαφος του μετωπιαίου κόλπου (πάνω από το μάτι και προς τα μέσα)
  • · Τι βελτιώνει τα συμπτώματα
  • Η συγκράτηση της κεφαλής σε όρθια στάση
  • · Πληροφορίες για τη χρόνια μετωπιαία ρινοκολπίτιδα
  • Ιστορικό τραύματος του στομίου του μετωπιαίου κολπώματος, που συντηρεί επί μακρόν μια φλεγμονή.
  • Επίμονος, ήπιου βαθμού μετωπιαίος πονοκέφαλος
  • Επίμονη θολερότητα των μετωπιαίων κόλπων στις συμβατικές ακτινογραφίες.

 

Η κεφαλαλγία από μετωπιαία κολπίτιδα δεν πρέπει να συγχέται με τον πονοκέφαλο άλλης αιτιολογίας, όπως π.χ. ο πονοκέφαλος εκ τάσεως, Ο τελευταίος είναι γνωστός στους ασθενείς, από τον οποία προσβάλλονται αρκετές φορές το χρόνο και ανακουφίζονται με απλά αναλγητικά φάρμακα.

 

·Οι ασθενείς με χρονία μετωπιαία ρινοκολπίτιδα μπορεί να έχουν χάσει την οσφρητική ικανότητα. Συνήθως αυτή η ικανότητα μπορεί να αποκατασταθεί με τη χρήση ρινικών ψεκασμών ενός ενδορρινικού τοπικού κορτικοστεροειδούς.

 

 

·

 

 

 

ΟΞΕΙΑ ΣΦΗΝΟΕΙΔΙΤΙΔΑ

 

Σφηνοειδίτιδα. Σημεία εκδήλωσης του πόνου. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ωτορινολαρυγγολόγος ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΣΦΗΝΟΕΙΔΙΤΙΔΑΣ···

Συνηθισμένα ενοχλήματα. Βαθιά εντοπιζόμενος πονοκέφαλος με πολλαπλές εστίες (συχνά ινιακός, συνδυάζεται με μετωπιαίο, κροταφικό, οπισθοβολβικό ή πονοκέφαλο ·της κορυφής του κρανίου).

 

  • Πυρετός άγνωστης αιτιολογίας.
  • · Aλλοι δηλωτικοί παράγοντες.·Η οξεία σφηνοειδίτιδα αποτελεί ιατρική επείγουσα κατάσταση και μπορεί να απαιτήσει άμεση χειρουργική παροχέτευση.·Δυνατόν να διαγνωστεί δύσκολα με τις συμβατικές ακτινογραφίες.· Χρήσιμη μπορεί να αποβεί η ακτινογραφία της βάσεως του κρανίου και οπωσδήποτε η αξονική τομογραφία ή μαγνητική τομογραφία.
  • Το··πύον, το ερύθημα και το οίδημα μπορεί να γίνουν ορατά μόνον ενδοσκοπικά.
  • Προειδοποιητικά σημεία επικειμένων επιπλοκών από το·ΚΝΣ είναι η διπλωπία, διαταραχές της όρασης, και παραισθησία που περιλαμβάνει το δεύτερο κλάδο του τριδύμου νεύρου.
  • · Τι επιδεινώνει τα συμπτώματα
  • Η κατάκλιση, η·κάμψη της κεφαλής προς τα εμπρός,·η δοκιμασία του Valsalva
  • · Τι βελτιώνει τα συμπτώματα
  • Η διατήρηση της κεφαλής στην όρθια στάση

 

  • Πληροφορίες για τη χρόνια σφηνοειδίτιδα
  • Πονοκέφαλος ήπιου έως μέτριου βαθμού που είναι διάχυτος στο κεφάλι (συνηθισμένος, αλλά όχι πάντοτε παρών). 

Ένα από τα πιο συχνά ενοχλήματα των ασθενών με απομονωμένη σφηνοειδίτιδα είναι η κεφαλαλγία.. Στην πλειοψηφία αυτών των ασθενών δεν ανευρίσκονται ενδοσκοπικώς παθολογικά ευρήματα στη σφηνοηθμοειδή αύλακα. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις είναι δύσκολο να τεθεί η διάγνωση αν η κεφαλαλγία είναι κολπογενής ή είναι μια πρωτοπαθής κεφαλαλγία.

 

Οι μικρές απομονωμένες φλεγμονώδεις βλάβες του σφηνοειδούς κόλπου συνιστούν μια ομάδα ειδικών παθολογικών οντοτήτων των παραρρινίων κόλπων, οι οποίες διαγιγνώσκονται δυσχερώς, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας. Για τη  θεραπεία αυτών των βλαβών υπάρχουν διχογνωμίες.  Η  λήψη απόφασης για την χειρουργική αντιμετώπιση ενός επίμονου πονοκεφάλου, που αποδίδεται σ’αυτές πρέπει να γίνεται προσεκτικά, καθώς στις περισσότερες των περιπτώσεων αυτή η κεφαλαγία δεν είναι κολπογενής [54].

 

 

Πίνακας 3: ΕΝΤΟΠΙΣΗ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΙΝΙΚΗ ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ Σε περίπτωση που ο ασθενής εμφανιστεί με ρινικά συμπτώματα  ρινοκολπίτιδας σε συνδυασμό με προσωπαλγία και κεφαλαλγία

 

Αν

Ο πόνος ή πίεση

Γίνονται αισθητά

στον έσω κανθό.

Η ευαισθησία

προκαλείται στο έσω Χείλος του οφθαλ-μού, πάνω από τον δακρυϊκό βόθρο.

Ο πονοκέφαλος

είναι περικογχικός·ή κροταφικός

Αν

Ο πόνος είναι περι-κογχικός·ή μοιάζει με·οδονταλγία

Η ευαισθησία

προκαλείται πάνω από το ιγμόρειο κατά την πίεση 

Ο πόνος·είναι·αισθη-τός πάνω από·το ζυγω-ματικό,

Ο πονοκέφαλος

είναι κροταφικός

Αν

Η ευαισθησία

προκαλείται πάνω από το μετωπι-αίο·κόλπο η πιέζοντας το έδαφος του μετω-πιαίου κόλπου, κάτω από το·υπερόφρυο τόξο του μετωπιαίου οστού

Ο πονοκέφαλος

εντοπίζεται στο·μέτωπο και είναι·σοβαρός

Αν

Ο πονοκέφαλος

περιγράφεται ως·πολυεστιακός ή·εντοπίζεται στο

ινίο και ταυτόχρονα στην κροταφική χώρα,·      οπισθοβολβικώς ή·στην κορυφή του·κρανίου

 



Τότε

Η ·ρινοκολπίτιδα

πιθανότατα

εντοπίζεται στις

ΗΘΜΟΕΙΔΕΙΣ

ΚΥΨΕΛΕΣ

Τότε

Η ρινοκολπίτιδα

εντοπίζεται στο

ΓΝΑΘΙΑΙΟ ή

ΙΓΜΟΡΕΙΟ

ΑΝΤΡΟ

Τότε

Η ·ρινοκολπίτιδα

εντοπίζεται

στο ΜΕΤΩΠΙΑΙΟ

ΚΟΛΠΟ

Η οξεία μετωπιαία

κολπίτιδα είναι

μια επείγουσα

ιατρική κατάσταση

που ίσως πρέπει να αντιμετωπιστεί

χειρουργικά

Τότε

Η ·ρινοκολπίτιδα

εντοπίζεται στο

ΣΦΗΝΟΕΙΔΗ

ΚΟΛΠΟ

 
 

 

ΧΡΟΝΙΑ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑ

Η χρονία ρινοκολπίτιδα είναι μια πολυπαραγοντική νόσος και ορίζεται ως η φλεγμονή της ρινικής κοιλότητας και των παραρρινίων κοιλοτήτων με ιστορικό διάρκειας τουλάχιστον 12 εβδομάδων [15]. Η παλιά ταξινόμηση της ρινοκολπίτιδας σε οξεία, υποξεία και χρονία δεν είναι πάντοτε χρήσιμη. Σήμερα η ρινοκολπίτιδα ταξινομείται ως οξεία (βακτηριδιακή), χρονία ρινοκολπίτιδα , χρονία με πολύποδες και αλλεργική μυκητιασική ρινοκολπίτιδα [17].

 

 
Χρονία ρινοκολπίτιδα. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης Ωτορινολαρυγγολόγος
Εικ. 11. Η χρονία ρινοκολπίτιδα μπορεί να είναι με ή χωρίς πολύποδες στους κόλπους και τις ρινικές·θαλάμες·

 

 

Η οξεία ρινοκολπίτιδα συνήθως διαρκεί λιγότερο από ένα μήνα και στις περισσότερες των περιπτώσεων υποχωρεί μόνη της μέσα σε 14 ημέρες. Αν η νόσος δεν υποχωρήσει μεταπίπτει σε χρονία ρινοκολπίτιδα

 

Τα πιο συνηθισμένα κύρια συμπτώματα της χρονίας ρινοκολπίτιδας με σειρά ελάττωσης της σοβαρότητάς τους είναι το μπούκωμα της μύτης από τη ρινική συμφόρηση, ρινικές βλεννοπυώδεις ή πυώδεις εκκρίσεις, κόπωση, πονοκέφαλος, αίσθημα πίεσης στο πρόσωπο, διάχυτη οδονταλγία στην περιοχή του πάσχοντος ιγμορείου και δυσοσμία της ρινικής εκπνοής [16], υποσμία, ανοσμία [15] .

 

Μια ρινοκολπίτιδα χαρακτηρίζεται ως χρονία, όταν τα συμπτώματα και σημεία της ξεπερνούν τους τρεις μήνες. Σε περίπτωση όμως που η κλινική εικόνα της ρινοκολπίτιδας διαρκεί 1-2 μήνες, τότε χαρακτηρίζεται ως υποξία ρινοκολπίτιδα..

 

Η διάκριση μεταξύ της υποξίας και της χρονίας ρινοκολπίτιδας δεν είναι εύκολα διακριτή, καθώς η χρονία ρινοκολπίτιδα αναπτύσσεται μετά από μια οξεία ρινοκολπίτιδα. Βεβαίως, αν η κλινική εικόνα ξεπερνάει τους τρεις μήνες υπάρχει βεβαιότητα για τη διάγνωση της χρονίας ρινοκολπίτιδας.

 

Η χρονία ρινογενής ρινοκολπίτιδα είναι το επακόλουθο μιας παρατεταμένης οξείας ρινοκολπίτιδας ή μιας· οξείας ρινοκολπίτιδας που δεν αντιμετωπίστηκε επαρκώς και με κατάλληλη θεραπεία.

 

Έχει επιβεβαιωθεί πλέον ότι· στη χρονία ρινοκολπίτιδα αναπτύσσονται βιομεμβράνες βακτηριδίων, πράγμα που παρεμποδίζει την αποτελεσματικότητα της εφαρμοζόμενης θεραπείας και συντηρούν τη χρονιότητα της νόσου [18].

 

 

 

 

 

ΕΠΤΑ ΚΥΡΙΑ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΡΙΝΟΛΠΙΤΙΔΑΣ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ (39)

  


alt

 Τα συνηθέστερα συμπτώματα χρονίας ρινοκολπίτιδας στα παιδιά είναι: Πυώδης ρινική απέκκριση, χρονία ρινική απόφραξη, ·οπισθορρινικός κατάρρους,··βήχας, ·οζοστομία, πονοκέφαλος, αλλαγές συμπεριφοράς.

 

Ο βήχας οφείλεται στην εναπόθεση του οπισθορρινικού κατάρρου στην υπεργλωττιδική περιοχή. Ο βήχας της χρονίας ρινοκολπίτιδας χειροτερεύει κατά την ώρα του ύπνου η κατά τη διάρκεια της νύχτας για τα μικρότερα παιδιά και νωρίς το πρωί για τους εφήβους.

 

Η οζοστομία υπάρχει παρά την ορθά εφαρμοζόμενη στοματική υγιεινή. Η οζοστομία είναι ένα από τα συμπτώματα της χρονίας ρινοκολπίτιδας. Τα παιδιά με οξεία ή υποξεία ρινοκολπίτιδα δεν παραπονούνται συχνά για πονοκέφαλο. Στη χρονία όμως ρινοκολπίτιδα ο πονοκέφαλος είναι συχνός. Το γεγονός ότι το παιδί έχει πονοκέφαλο γίνεται έκδηλο και στη συμπεριφορά του (π.χ. κρατάει με τα χέρια το κεφάλι του, τρίβει τις παρειές του, χτυπάει το κεφάλι του με τα χέρια του, τραβάει τις τρίχες της κεφαλής του, πιέζει το πρόσωπό του στον γονέα του ή σε ψυχρές επιφάνειες.· Συνήθως μόνο τα μεγαλύτερα παιδιά παραπονούνται ή αναφέρουν ότι πονάει το κεφάλι τους. Τα παιδιά την περίοδο, που πάσχουν από χρονία ρινοκολπίτιδα κάνουν φασαρίες, είναι ιδιότροπά, γκρινιάζουν είναι ανυπόμονα και επιθετικά ή αποχαυνωμένα.

 

Λιγότερο συχνά και σε ποσοστό κάτω του 20% των παιδιών με χρονία ρινοκολπίτιδα υπάρχουν τα ακόλουθα συμπτώματα :Καθ' υποτροπήν πονόλαιμος, η φαρυγγίτιδα, διαλείποντες πυρετοί, ναυτία ή έμετοι, βλέννη, βράγχος φωνής, οίδημα του προσώπου, πόνος εντοπιζόμενος στο μάτι, το αυτί ή τα δόντια της άνω γνάθου επιστάξεις, ζάλες, διαταραχές της όσφρησης, επιφορά.Πολλά παιδιά με χρονία ρινοκολπίτιδα έχουν ιστορικό με καθ΄υποτροπήν μέση ωτίτιδα ή μέση ωτίτιδα με υγρό.

 

Είναι πολύ συνηθισμένη η παρουσία άσθματος, αλλεργιών και γαστροοισοφαγικής παλινδρόμησης σε παιδιά με χρονία ρινοκολπίτιδα, που δύσκολα αντιμετωπίζεται .

 

Τα συμπτώματα της χρονίας ρινοκολπίτιδας συνήθως είναι σποραδικά και συχνά είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των καθ’υποτροπήν επεισοδίων οξείας ρινοκολπίτιδας. Οι μικροοργανισμοί παίζουν σημαντικό ρόλο στη συντήρηση της νόσου, αν και ο ακριβής ρόλος αυτών των μικροοργανισμών στην παθογένεση της χρονίας ρινοκολπίτιδας παραμένει αδιευκρίνιστος [15].

 

ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΧΡΟΝΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

Η κλινική διάγνωση της χρονίας ρινοκολπίτιδας στηρίζεται κυρίως στο ιστορικό του ασθενούς και την κλινική εξέταση, στην οποία περιλαμβάνεται και· ενδοσκοπική εξέταση των ρινικών κοιλοτήτων. Σε περίπτωση αμφιβολίας της κλινικής διάγνωσης γίνεται ακτινολογικός έλεγχος. Η απλή ακτινογραφία παραρρινίων αποφεύγεται σήμερα, διότι παρέχει ελλιπείς πληροφορίες και το ποσοστό ψευδώς θετικών και ψευδώς αρνητικών ευρημάτων φτάνει· ο 10-15% [19]. Οι απλές ακτινογραφίες δεν ενδείκνυνται στην χρονία ρινοκολπίτιδα.

 

Ο ασθενής εμφανίζει ως κύριο σύμπτωμά του τη ρινική απόφραξη (μπούκωμα) ή ρινική συμφόρηση. Άλλοι παράγοντες δηλωτικοί χρονίας ρινοκολπίτιδας είναι ο χρόνιος βήχας, η χρονία πρόσθια ή οπισθορρινική απέκκριση και ο πόνος ορισμένων σημείων του προσώπου, όταν τα πιέζει με τον αντίχειρά του, ο εξεταστής.

 

Διαφορές των σύγχρονων από τις παλαιές απόψεις που αφορούν την κατανόηση της οξείας και χρονίας ρινοκολπίτιδας
 

Χαρακτηριστικά της νόσου

Συμβατική διδασκαλία

Σύγχρονη αντίληψη

Διάρκεια

Η ρινοκολπίτιδα θεω-ρείτο ως οξεία αν δια-ρκούσε 3 εβδομάδες (ή μήνες) και στη συνέχεια μετέπιπτε σε χρόνια ρινοκολπίτιδα

Η ρινοκολπίτιδα θεωρείται οξεία (ή καθ' υποτροπήν οξεία), για τόσο χρονικό διάστημα , όσο επιμένουν τα συμπτώματα, όχι περισσότερο από 6-8 εβδομάδες ή υπάρχουν λιγότερα από επεισόδια το έτος, με οξεία συμπτώματα διαρκείας 10 ημερών και δεν παραμένει σημαντική βλάβη του βλεννογόνου.

Η χρονία ρινοκολπίτιδα περιλαμβάνει ακτινογραφικά ενδείξεις χρονίας υπερπλασίας του βλεννογόνου

Θεραπεία

Πίστευαν ότι η αφαίρε-ση του βλεννογόνου του πάσχοντος παραρρίνιου κόλπου θα διέλυε τη χρόνια ρινοκολπίτιδα

Η έγκαιρη, επαρκής, θεραπεία της οξείας ρινοκολπίτιδας με αντιβιοτικά και αποσυμφορητικά ευνοεί την αποχέτευση των πόρων των παραρρινίων κοιλοτήτων. Η ελάχιστη χειρουργική επέμβαση μπορεί να χρειαστεί με στόχο τη διόρθωση της ανατομικής απόφραξης, που αν παραμείνει θα οδηγήσει σε χρόνια ρινοπάθεια και ρινοκολπίτιδα.

Αναστρεψιμότητα

Η βλάβη του ρινικού βλεννογόνου θεωρού-νταν αναστρέψιμη μό-νον στην οξεία ή την ήπια χρόνια νόσο (εντός 3 εβδομάδων ή 3 μηνών).· Η μη αναστρέ-ψιμη βλάβη του βλεν-νογόνου θεωρούσαν ότι χαρακτήριζε τη σοβαρή χρονία ρινοκολπίτιδα.

Τόσο στην οξεία, όσο και στη χρόνια ρινοκολπίτιδα, ο βλεννογόνος που έχει βλαφτεί, μπορεί να αναγεννηθεί, εφόσον αφαιρεθεί ή απόφραξη του στομίου του πόρου αποχέτευσης του πάσχοντος κόλπου και αποκατασταθεί η επαρκής αέρωσή του.

  •  
  • Η χρονία ρινοκολπίτιδα μπορεί να διαγνωστεί αρκετές φορές, με μεγάλη δυσκολία,
  • γιατί τα συμπτώματά της μπορεί να είναι ήπια και πολύ περιορισμένης εντόπισης.

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΜΑΓΝΗΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΞΟΝΙΚΗΣ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΚΑΙ

 ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΤΩΝ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΩΝ

 Μαγνητική τομογραφία: Η μαγνητική τομογραφία βοηθάει στη διάγνωση της διάκρισης μεταξύ του φυσιολογικού και του παθολογικού βλεννογόνου, την κατακράτηση εκκρίσεων και την παρουσία κάποιας νεοπλασίας. Το κύριο μειονέκτημα της μαγνητικής τομογραφίας είναι η πιθανότητα δημιουργίας υπερδιάγνωσης, καθώς οποιαδήποτε περιοχή καλής αιμάτωσης παράγει υψηλό σήμα. Αυτή η πιθανότητα στην μαγνητική τομογραφία έχει αναγκάσει νευρολόγους-νευροχειρουργούς να παραπέμπουν ασθενείς με υψηλά σήματα στα ιγμόρεια στον ωτορινολαρυγγολόγο. Η μαγνητική τομογραφία είναι δυνατόν να αποκρύψει μια λοίμωξη στο σπλαχνικό κρανίο, διότι δεν αποκαλύπτει επαρκείς οστικές λεπτομέρειες, για τις οποίες θα ήταν απαραίτητο να αντιμετωπιστούν χειρουργικά. 

Αξονική τομογραφία: Η αξονική τομογραφία εξακολουθεί να παραμένει ο χρυσός κανόνας (gold standard) για την έρευνα του σπλαχνικού κρανίου. Συνιστάται η αξονική τομογραφία να γίνεται με αξονικό τομογράφο τελευταίας τεχνολογίας διά του οποίου περιορίζεται η προσλαμβανόμενη ακτινοβολία από τον ασθενή. Οι χειρουργοί ενδιαφέρονται κυρίως για τις στεφανιαίες και τις οριζόντιες τομές, οι οποίες δεν θα πρέπει να είναι παχύτερες των 5mm και όχι λεπτότερες από 2mm, ενώ το εύρος του παραθύρου θα πρέπει να είναι 2000-4.000 μονάδες Housfield, διότι έτσι ενισχύονται λεπτομέρειες των μαλακών μορίων και των οστών. Προτιμάται η λήψη περιορισμένου αριθμού οριζόντιων τομών, διότι με τις οριζόντιες τομές εκπέμπεται μεγαλύτερη ακτινοβολία προς τους οφθαλμικούς φακούς. 

Οι σύγχρονοι αξονικοί τομογράφοι υψηλών ταχυτήτων έχουν περιορίσει τα επίπεδα ακτινοβολίας και τούτο σε συνδυασμό με την πολύ μεγαλύτερη ακρίβεια των απεικονίσεων τους προτιμώνται, ως ερευνητική τεχνική στη χρονία ρινοκολπίτιδα. Με τη λήψη αξονικών τομογραφιών σε ασυμπτωματικούς ασθενείς, οι οποίοι ερευνήθηκαν για άλλους ιατρικούς λόγους αποκαλύφθηκε ότι το ποσοστό των ασυμπτωματικών λοιμώξεων των παραρρινίων κόλπων φτάνει το 39% και από αυτές ·28% υπάρχει στα ηθμοειδή. Μεμονωμένη θόλωση των ηθμοειδών παρατηρείται στο 15% των αξονικών τομογραφιών του σπλαγχνικού κρανίου σε άτομα του Ηνωμένου Βασιλείου , που σημαίνει ότι, ένα στα επτά άτομα του ενηλίκου πληθυσμού έχει ακτινογραφικό εύρημα χωρίς κλινική συμπτωματολογία ηθμοειδίτιδας. Η λήψη αξονικών τομογραφιών ασθενούς με ρινοκολπίτιδα βοηθάει στη σταδιοποίηση της νόσου [20].

Από τα διάφορα προταθέντα συστήματα σταδιοποίησης της ρινοκολπίτιδας χρησιμοποιείται ευρέως το σύστημα σταδιοποίησης του Kennedy, (1992) [21].

Σταδιοποίηση Αξονικής τομογραφίας παραρινίων κατά Kennedy (1992)

Στάδιο· 0

Φυσιολογικό

Στάδιο Ι

Ανατομικές ανωμαλίες, όλες οι μονόπλευρες ρινοκολπίτιδες, αμφοτερόπλερη νόσος περιο-ρισμένη στις ηθμοειδείς κυψέλες

Στάδιο 2

Αμφοτερόπλευρη ηθμοειδίτιδα με συμμετοχή ενός ή περισσοτέρων επκοινωνούντων· με αυτές ·κόλπων

Στάδιο 3

Αμφοτερόπλευρη ηθμοειδίτιδα με συμμετοχή δύο ή περισσοτέρων επκοινωνούντων· με αυτές· κόλπων

Στάδιο 4

Διάχυτη ρινοκολπική πολυποδίαση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κύριες ενδείξεις αξονικής τομογραφίας

 

Περιγράφονται πέντε κύριες ενδείξεις λήψης αξονικής τομογραφίας του σπλαγχνικού κρανίου σε ασθενείς με πιθανή ή γνωστή ρινοκολπίτιδα (18).

1. Όταν πρόκειται να αξιολογηθεί ασθενής με χρονία ή καθ' υποτροπήν οξεία ρινοκολπίτιδα.

2. Όταν πρόκειται να αξιολογηθεί ο σφηνοειδής κόλπος και οι οπίσθιες ηθμοειδείς κυψέλες.

3. Όταν πρέπει να ληφθούν ακριβείς πληροφορίες για τις ανατομικές σχέσεις και τις ανατομικές παραλλαγές.

4. Όταν πρέπει να χαρακτηριστούν οι ανωμαλίες που έχουν αποκαλυφθεί κατά την ενδοσκοπική εξέταση.

5. Όταν οι ακτινογραφίες θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν ως γεωγραφικός χάρτης της περιοχής προκειμένου να γίνει μια μικροσκοπική ενδορρινική χειρουργική προσπέλαση της περιοχής καθώς και όταν υπάρχουν επιπλοκές της ρινοκολπίτιδας.

Παρά τα ανωτέρω οι ακτινογραφίες δεν είναι απαραίτητες για τη διάγνωση της οξείας ρινοκολπίτιδας, διότι συνήθως η εμπειρική θεραπεία είναι αποτελεσματική και ασφαλής.

Η αξονική τομογραφία είναι η ακτινογραφική απεικόνιση εκλογής, όταν πρέπει να ερευνηθούν οι μετωπιαίοι κόλποι, ο ρινοδακρυικός πόρος, η αγκιστρωτή απόφυση, η ηθμοειδής χώνη, το ιγμόρειο ή γναθιαίο άντρο, τα στόμια εκβολής των ιγμορείων άντρων, η ηθμοειδής κύστη (bullaethmoidalis), οι οπίσθιες ηθμοειδείς κυψέλες, ο σφηνοειδής κόλπος και ο πόρος εκβολής του.

Η αξονική τομογραφία είναι πολύτιμη στην αξιολόγηση τραυμάτων και νεοπλασμάτων του σπλαγχνικού κρανίου.

 

Οι στεφανιαίες τομές παρέχουν τη καλύτερη απεικόνιση του συμπλέγματος των στομίων εκβολής των πόρων των παραρρινίων κοιλοτήτων, τη σχέση του εγκεφάλου με την οροφή του ηθμοειδούς οστού (τετρημένο πέταλο) και τη σχέση των οφθαλμικών κόγχων με τις παραρρίνιες κοιλότητες.

 

Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν έντονα την άποψη ότι η αρχική αξονική τομογραφία θα πρέπει να γίνεται, αφού πρώτα εφαρμοστεί η θεραπεία με τα αντιβιοτικά και τα αποσυμφορητικά, διότι αφού υποχωρήσουν οι αλλαγές που έχουν προκληθεί από την οξεία ρινοκολπίτιδα θα αξιολογηθούν καλύτερα οι υποκείμενες ανατομικές ανωμαλίες [21].

 

Η λήψη αξονικής ακτινογραφίας είναι επιτακτική στις ακόλουθες καταστάσεις

 

1. Όταν η ενδοσκόπηση δεν είναι αποκαλυπτική, ενώ τα έντονα συμπτώματα επιμένουν. Σ' αυτή την περίπτωση αναζητούνται αλλαγές στις πρόσθιες ηθμοειδείς κυψέλες.

7. Όταν έχει αποφασιστεί η χειρουργική θεραπεία του προβλήματος του αρρώστου.

8. Σε περίπτωση έντονων συμπτωμάτων επιβάλλεται η λήψη αξονικής τομογραφίας. Αν τα ευρήματα είναι αρνητικά για την ύπαρξη λοίμωξης ή άλλης νόσου των παραρρινίων κοιλοτήτων, στρέφεται σε άλλες κατευθύνσεις η διαγνωστική έρευνα.

Συμπερασματικά με τη λήψη του ιστορικού και την προσεκτική κλινική εξέταση που περιλαμβάνει την ενδοσκοπική εξέταση και την ανεύρεση πύου στο μέσο ρινικό πόρο μπορεί να αναβληθεί η αξονική τομογραφία του ασθενούς που πάσχει από χρονία ρινοκολπίτιδα.

 

ΕΝΔΟΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΜΥΤΗΣ

 

Όλοι οι ασθενείς με οξεία ή καθ' υποτροπήν οξεία ή χρονία ρινοκολπίτιδα πρέπει να ελέγχονται και ενδοσκοπικά.· Η ρινική ενδοσκόπηση συνήθως γίνεται πριν από την αξονική τομογραφία του σπλαγχνικού κρανίου.

 

  • Απαραίτητο όργανο στη ρινική ενδοσκόπηση είναι το εύκαμπτο ρινοφαρυγγοσκόπιο. Το όργανο αυτό είναι πολύτιμο διαγνωστικό μέσο για την εξέταση των παιδιών. Απαιτεί ιδιαίτερη εκπαίδευση και εμπειρία στην αναγνώριση των φυσιολογικών και παθολογικών ευρημάτων. Το εύκαμπτο ρινοφαρυγγικό, αλλά και οποιοδήποτε άλλου τύπου ενδοσκόπιο μπορεί να συνδεθεί με κάμερα λήψης, που μπορεί να καταγράψει τα ευρήματα σε βιντεοταινία.· Η βιντεοταινία μπορεί να απεικονιστεί σε οθόνη τηλεόρασης, από την οποία μπορεί να φωτογραφηθεί οποιοδήποτε σημείο πορείας της ενδοσκόπησης.
  • Η εξέταση με κατάλληλο δύσκαμπτο, ευθύ ενδοσκόπιο, πολλές φορές συμπληρώνει ή συνήθως μπορεί να αντικαταστήσει το εύκαμπτο ρινοφαρυγγοσκόπιο.
  • Η απλή, κλασσική πρόσθια ρινοσκόπηση είναι σημαντική μόνον για την πρόσθια μοίρα των ρινικών θαλαμών και των κάτω κυρίως μοιρών των ρινικών κογχών και του ρινικού διαφράγματος.

Η ενδοσκοπική εξέταση της μύτης είναι πολύτιμη, διότι επιτρέπει την εξέταση μικρών παθολογικών περιοχών, που παραμένουν αόρατες με την απλή ενδοσκόπηση. Η ρινική ενδοσκόπηση βοηθάει σημαντικά στη λήψη της απόφασης για τη χειρουργική ή όχι αντιμετώπιση της κατάστασης του ασθενούς, παρέχει αντικειμενικές πληροφορίες για την ανταπόκριση του ασθενούς στη θεραπεία με αντιβιοτικά και αποσυμφορητικά και ξεκαθαρίζει την ανάγκη για περαιτέρω ακτινογραφικό έλεγχο του αρρώστου [49].

 

Ενδείξεις ρινικής ενδοσκόπησης·

1. Χρόνια και καθ' υποτροπήν ρινοκολπίτιδα

2. Πονοκέφαλος και νευραλγία προσώπου (ιδίως μετά από ριζικές επεμβάσεις των παραρρίνιων κόλπων).

3. Επίμονη κόρυζα

4. Επίσταξη

5. Επιφορά

6. Χρονία φαρυγγίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, λαρυγγίτιδα.

7. Νόσοι του επιφάρυγγα

8. Χρονία μέση ωτίτιδα

9. Υποσμία/ανοσμία

10. Ρινόρροια

11. Αναζήτηση όγκων, βιοψία ύποπτων περιοχών

 

Τεχνική της ρινικής ενδοσκόπησης

Χρησιμοποιούνται άκαμπτα κυρίως ενδοσκόπια αλλά και εύκαμπτο ρινοφαρυγγοσκόπιο. Από τα άκαμπτα χρησιμοποιούνται τα μεγέθη 0ο, 30ο και 70ο (Karl Stortz Tuttlingen, διαμέτρου 4mm). Στα παιδιά χρησιμοποιούνται αυτά που έχουν διάμετρο2,7mm. Η εξέταση αρχίζει πάντοτε με το 0ο, υπό τοπική αναισθησία και τοπική εφαρμογή αποσυμφορητικού, που γίνεται στο ιατρείο, χωρίς προνάρκωση με καθιστό τον άρρωστο.

 

Διαφανοσκόπηση

Ο ρόλος της διαφανοσκόπησης στη διάγνωση της οξείας ρινοκολπίτιδας είναι αμφιλεγόμενος και οπωσδήποτε περιορισμένης διαγνωστικής αξίας. Πρόκειται για φθηνή, αλλά μη αξιόπιστη διαγνωστική μέθοδο, που ίσως αποδίδει στα χέρια ορισμένων έμπειρων χειριστών της. Η παρουσία θετικών ευρημάτων δεν εγγυάται την ύπαρξη ρινοκολπίτιδας. 

 

Τα αρνητικά ευρήματα δεν αποκλείουν τη διάγνωση. Βεβαίως αφού επιβεβαιωθεί η διάγνωση με την αξονική τομογραφία, ίσως αποτελεί απλή μέθοδο παρακολούθησης της πορείας της νόσου. Πάντως επειδή δεν είναι δυνατόν σε όλες τις περιπτώσεις πιθανής ρινοκολπίτιδας γα γίνονται αξονικές τομογραφίες, η διαφανοσκόπηση εξακολουθεί να αποτελεί μια εύκολη, ανέξοδη προσπάθεια διάγνωσης και παρακολούθηση του ασθενούς [50].

 

Υπερηχογραφήματα παραρρινίων κόλπων·

Η εφαρμογή υπερήχων A MODE αποτελεί εύκολη φθηνή, αλλά όχι πάντοτε αξιόπιστη μέθοδο διάγνωσης των φλεγμονωδών ή άλλων παθήσεων των παραρρινίων κοιλοτήτων. Στη γναθιαία και την μετωπιαία κολπίτιδα συνήθως είναι ακριβέστερη μέθοδος από τις απλές ακτινογραφίες, ενώ δεν είναι πάντοτε αποκαλυπτική για τα ηθμοειδή και ουδέποτε χρήσιμη στο σφηνοειδή κόλπο.· Αποτελεί μέθοδο εκλογής στη διάγνωση των ηπίου και μετρίου βαθμού ρινοκολπιτίδων, οι οποίες δεν απαιτούν άμεση λήψη αξονικής τομογραφίας και στην παρακολούθηση της πορείας της νόσου, μετά από θεραπεία, προκειμένου να αποφύγει ο ασθενής την καθ' υποτροπήν ακτινοβόληση του κρανίου του. Οι έγκυες επιβάλλεται να εξετάζονται με υπερήχους, ιδίως κατά το πρώτο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

 

Θερμογραφία παραρρινίων κόλπων

Η θερμογραφία εφαρμόζεται στη διάγνωση των φλεγμονών που εγκαθίστανται στο στη μύτη τους παραρρίνιους κόλπους, το ρινοφάρυγγα, το φάρυγγα και το λάρυγγα. Ο θερμογραφικός έλεγχος είναι χρησιμόταρος για την πορεία τυων ανωτέρω φλεγμονωδών καταστάσεων και για τον έλεγχο της αποτελεσματικότητας της θεραπείας που έχει χορηγηθεί.

 

Η υπέρυθρη θερμογραφία είναι μια εύκολη, ταχεία και αξιόπιστη μέθοδος έρευνας και διάγνωσης. Ο ασθενής δεν υφίσταται οποιαδήποτε επέμβαση στο σώμα του και δεν προκαλεί οποιαδήποτε παρενέργεια ή επιπλοκή. Η θερμογραφία μπορεί να εφαρμοστεί σε βρέφη, παιδιά και εγκύους με απόλυτη ασφάλεια.

 

Φυσιολογικό και παθολογικό θερμογράφημα: Το θερμογράφημα του φυσιολογικού προσώπου είναι συμμετρικό, η μύτη είναι ψυχρή (απεικονίζεται με σκούρο μπλέ χρώμα. Στις περισσότερες περιπτώσεις και οι παρειές είναι κρύες, ενώ το μέτωπο έχει συμμετρικό θερμικό είδολο. Η πρόσθια περιοχή του τραχήλου έχει συμμετρικό θερμικό είδολο επίσης. Σε μερικές περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί μικρή θερμική νόσος κατά μήκος των καρωτίδων. Στους άνδρες που προεξέχει ο τράχηλος στην περιοχή του ΄΄ μήλου του Αδάμ΄΄η περιοχή απεικονίζεται ως ψυχρή περιοχή.

 

Στην περίπτωση της ρινίτιδας παρατηρείται εικόνα θερμής μύτης. Η διαφορά των θερμοκρασιών μεταξύ μεταξύ της μύτης που φλεγμαίνει και των παρακείμενων περιοχών  της μύτης κμπορεί να κυμαίνεται από 0,8-1,2 °C (στην αλλεργική ρινίτιδα) μέχρι 2,5 °C στη λοιμώδη ρινίτιδα. Στην αλλεργική ρινίτιδα η θερμοκρασία είναι .

 

Συχνά μια χρόνια φλεγμονή στη μύτη συντηρείται από την υπάρχουσα σκολίωση του ρινικού διαφράγματος. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα θερμογραφήματα της μύτης είναι ασύμετρα, όπου υπάρχει καθαρή σκολίωση.

 

Στην περίπτωωση της μιας ρινοκολπίτιδας παρατηρείται με το θερμογράφημα υπερθερμία που εντοπίζεται πάνω από τον πάσχοντα παραρρίνιο κόλπο.

 

Οι διαφορές των θερμοκρασιών στο δέρμα εξαρτώνται από την κατάσταση, στην οποία βρίσκεται το κάθε άτομο και το στάδιο της φλεγμονής. Συνεπώς με τη θερμογραφία μπορεί να γίνει αντικειμενικός έλεγχος της πορείας της θεραπείας της νόσου ή της εξέλιξης της νόσου.

 

Η θερμογραφία αποτελεί συμπληρωματική διαγνωστική μέθοδο διερεύνησς φλεγμονών στο σπλαγχνικό κρανίο, τα δόντια, ρινοφάρυγγα, φάρυγγα, λάρυγγα και τράχηλο, χωρίς να αναιρεί τις ενδείξεις της αξονικής και μαγνητικής τομογραφίας. Οι τελευταίες αυτές διαγνωστικές μέθοδοι αναδεικνύουν φυσιολογικά και και παθολογικά ανατομικά μόρια. Η θερμογραφία ελέγχει τη λειτουργία μιας περιοχής, ανάλογα με τις αλλεγές της θερμοκρασίας του δέρματος που υπέρκειται της πάσχουσας περιοχής.\Η θερμογραφία είναι έρευνητική μέθοδος εκλογής για την έγκαιρη διάγνωση μιας φλεγμονής, στο ξεκίνημά της.

 

Η υπερυθρη θερμογραφία  μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό ππεριοχών που φλεγμαίνουν, όταν δεν επιτρέπεται η χρη΄ση ακτίνων Χ ή άλλης ακτινοβολίας, όπως μια αμυγδαλίτιδα, λεμφαδενίτιδα, ρινίτιδα, λοιμώξεις οδόντων, ρινοκολπίτιδα και ωτίτιδα [53]..

 

ΟΔΟΝΤΟΓΕΝΗΣ ΙΓΜΟΡΙΤΙΣ Η ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΣ

Η οδοντογενής ιγμορίτιδα· ή γναθιαία κολπίτιδα είναι το επακόλουθο της επέκτασης μιας φλεγμονής ή μιας λοιμώδους εξεργασίας ενός δοντιού προς τον βλεννογόνο του ιγμορείου άντρου. Η συχνότητα της οδοντογενούς ιγμορίτιδας φτάνει το 10% έως 12% [22] ή ·κατ’ άλλους το42.5% [23]. Οι οδοντογενείς λοιμώξεις αποτελούν συχνή αιτία γναθιαίας κολπίτιδας, ιδιαίτερα όταν τα ακτινογραφικά ευρήματα της ιγμορίτιδας είναι σοβαρά [24].

 

Ως οδοντογενής ιγμορίτιδα θα πρέπει να θεωρείται εκείνη, της οποίας τα συμπτώματα προκύπτουν μετά από την ύπαρξη ιστορικού οδοντoγενούς λοίμωξης ή οδοντοφατνιακής επέμβασης ή οι περιπτώσεις που είναι ανθεκτικές στην κλασική θεραπεία. Για να τεθεί η ακριβής διάγνωση χρειάζεται λεπτομερής οδοντιατρική και ωτορινολαρυγγολογική συνεκτίμηση και λήψη κατάλληλων ακτινογραφιών. Συνηθισμένες αιτίες οδοντογενούς ιγμορίτιδας τα οδοντικά αποστήματα και η περιοδοντική νόσος που διατρυπά το βλεννογόνο του ιγμορείου, η στοματοκολπική επικοινωνία που μπορεί να προκληθεί μετά από εξαγωγή δοντιού ή ερεθισμός και δευτεροπαθής λοίμωξη που μπορεί να προκληθεί από ενδο-ιγμορτικά ξένα σώματα.

 

Η τυπική οδοντογενής ιγμορίτιδα θεωρείται ως μια μεικτή αερόβια-αναερόβια λοίμωξη με επικράτηση της αναερόβιας. Στους ένοχους παθογόνους μικροοργανισμούς περιλαμβάνονται οι αναερόβιοι στρεπτόκοκκοι, Βακτηριοειδή, Πρωτέας και κολοβακτηρίδια. Στην τυπική οδοντογενή ιγμορίτιδα χορηγείται αντιβιοτική θεραπεία 3-4· εβδομάδων με επαρκή κάλυψη της στοματικής και της κολπικής χλωρίδας. Εφόσον υπάρχει ένδειξη ένα οδοντογενές ξένο σώμα στο ιγμόρειο αφαιρείται χειρουργικά, ενώ ταυτόχρονα χορηγείται και φαρμακευτική αγωγή για την αντιμετώπιση της οδοντογενούς λοίμωξης. Αν έχει προκληθεί στοματοκολπική επικοινωνία αντιμετωπίζεται με χειρουργική θεραπεία, με στόχο να περιοριστεί η πιθανότητα πρόκλησης χρόνιας ιγμορίτιδας [23].

 

Η οδοντογενής ιγμορίτιδα· εκδηλώνεται συχνότατα ως μια χρόνια ιγμορίτιδα και είναι συνηθέστερη στις γυναίκες και στην πέμπτη δεκαετία της ζωής τους. Τα δόντια που μπορούν να προκαλέσουν συνηθέστερα οδοντογενή ιγμορίτιδα είναι οι γομφίοι και από αυτούς, ο πιο συνήθης είναι· ο πρώτος γομφίος [25].

 

Η πανοραμική ακτινογραφία είναι εξαιρετικό διαγνωστικό εργαλείο για τον εντοπισμό της πάχυνσης του βλεννογόνου ή κύστεών του ενός ιγμορείου άντρου.. Η ακριβής διάγνωση των· λοιμωδών εστιών (χρονία ακρορριζική περιοδοντίτιδα, εν τω βάθει θύλακοι περιοδοντίτιδας) είναι απαραίτητη, διότι οι καταστάσεις ελαττωμένης αντίστασης του ξενιστή μπορεί να οδηγήσει σε οξεία ιγμορίτιδα [26].

 

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ ΤΗΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

Οι επιπλοκές της οξείας και της χρονίας ρινοκολπίτιδας συμβαίνουν ακόμη και σήμερα, παρά την εξέλιξη των διαγνωστικών μεθόδων και την εφαρμογή εξαιρετικών φαρμακευτικών θεραπειών. Βεβαίως οι επιπλοκές είναι σπάνιες. Όταν όμως συμβαίνουν καταπονούν σημαντικά τον άρρωστο και μπορούν να βάλουν σε κίνδυνο τη ζωή του.

 

Στις επιπλοκές της οξείας ρινοκολπίτιδας περιλαμβάνονται η μηνιγγίτιδα, το επισκληρίδιο απόστημα, υποσκληρίδιο εμπύημα ή απόστημα, το εγκεφαλικό απόστημα, η θρόμβωση του σηραγγώδους κόλπου, η οστεομυελίτιδα του μετωπιαίου οστού, του οστού της άνω γνάθου και του σφηνοειδούς οστού.

 

Οι επιπλοκές σε ασθενείς με οξεία ρινοκολπίτιδα, που εισάγονται σε νοσοκομείο μπορεί να φτάσουν στο 3.7% των ασθενών. Οι έφηβοι είναι επιρρεπέστεροι στις επιπλοκές, λόγω της επέκτασης των μετωπιαίων κόλπων τους και της μεγίστης αγγείωσης του διπολικού οστικού συστήματος. Όλοι οι ασθενείς με οξεία μετωπιαία ρινοκολπίτιδα πρέπει να παρακολουθούνται στενά μήπως αναπτύξουν ενδοκρανιακή επιπλοκή.

 

Οι επιλεγμένες ρινοκολπίτιδες απαιτούν επιθετική φαρμακευτική αγωγή και όταν δεν ανταποκρίνονται σ' αυτήν επιβάλλεται η χειρουργική αντιμετώπιση τους, ιδίως όταν διαταραχτεί η όραση ή προκληθούν ενδοκρανιακές επιπλοκές. Οι ασθενείς με οστεομυελίτιδα χρειάζονται ενδοφλέβια χορήγηση αντιβιοτικών .

 

ΣΤΑΔΙΑ ΕΞΕΛΙΞΗΣ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ ΣΕ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Προσβολή του βλεννογόνου (ιός, αλλεργιογόνο, εισπνοή ερεθιστικής ουσίας, τραυματισμός)

alt

Οίδημα του βλεννογόνου με βλάβη των κροσσών (απόφραξη στομιοστικού συμπλέγματος, ανεπαρκής καθαρισμός βλεννογόνου, περιορισμός του αερισμού και της οξυγόνωσης)

 

alt

Υπερπολλαπλασιασμός βακτηριδίων και εισβολή τους μέσα στο βλεννογόνο του κόλπου

alt

Καταστροφή του βλεννογόνου και πρόκληση πίεσης

alt

Δευτεροπαθής παθογόνος λοίμωξης (Πολυμικροβιακή αναερόβια λοίμωξη)

alt

Άμεση εισβολή στο οστούν και βακτηριδιακή εξάπλωση μέσω των φλεβωδών διασυνδέσεων (κογχική και ενδοκρανιακή λοίμωξη)

·ΠροσαρμοσμένοαπότονLoch WE, Alleva M. Paparella MM.Sinusitis. Prim. Care 1990 ; 17(2) : 323-34

 

ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΟΞΕΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

  • Η θεραπείας της οξείας βακτηριδιακής ρινοκολπίτιδας είναι εμπειρική. Βασίζεται στη χορήγηση ενός κορτικοστεροειδούς από το στόμα ή παρεντερικώς για λίγες ημέρες και ενός αντιβιοτικού βάσει της γνωστής αποτελεσματικότητας του, κατά του φάσματος των βακτηριδίων, που προκαλούν τη νόσο, τις παρενέργειες του και το κόστος του.
  • Συμπληρωματικά χορηγούνται αποσυμφορητικά, βλεννολυτικά, τοπικά κορτικοστεροειδή, ρινικοί ψεκασμοί υπέρτονου διαλύματος φυσιολογικού ορού σταθεροποιημένου pH, εισπνοές υδρατμών με ή χωρίς αιθέρια έλαια και εφαρμογή θερμών επιθεμάτων.

 Οι στόχοι της θεραπείας της ρινοκολπίτιδας είναι οι εξής :

1. Να τεθεί υπό έλεγχο η λοίμωξη.

2. Να περιοριστεί το οίδημα του βλεννογόνου των ρινικών κοιλοτήτων και των παραρρινίων.

3. Να διατηρηθούν ανοιχτά τα στόμια εκβολής των παραρρίνιων κοιλοτήτων, ώστε να διατηρείται ο αερισμός και η αποχέτευσή τους.

4. Να διασπαστεί ο παθογενετικός κύκλος, που οδηγεί στη χρόνια ρινοκολπίτιδα.

Η θεραπευτική αντιμετώπιση της οξειας ρινοκολπίτδας μπορεί να γίνει εφαρμόζοντας· τα παρακάτω:

 

Χορήγηση κορτικοειδών και αντιβιοτικών. Πρωταρχικός στόχος της θεραπείας της ρινοκολπίτιδας είναι η αποκατάσταση της ομαλής λειτουργίας του πάσχοντος κόλπου, σπάζοντας το φαύλο κύκλο που διαιωνίζουν τη φλεγμονή. Είναι αποδεκτό ότι θεραπεύοντας αποτελεσματικά την οξεία βακτηριδιακή ρινοκολπίτιδα ελαττώνεται η συχνότητα της δευτερογενούς χρονίας ρινοκολπίτιδας, προλαβαίνοντας τη δημιουργία ουλής στο βλεννογόνο του στομίου αποχέτευσης και τη μη αναστρέψιμη βλάβη του βλεννογόνου. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί, αν έγκαιρα

 
Θεραπεία οξείας ρινοκολπίτιδας. Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης, Ωτορινολαρυγγολόγος
Εικ. 12. Η θεραπεία της οξείας ρινοκολπίτιδας για να είναι αποτελεσματική πρέπει να αρχίζει έγκαιρα και να εφαρμόζεται για 2 εβδομάδες, εφόσον έχουν εξαφανιστεί τα συμπτώματα.

 

·αποκατασταθεί ο αερισμός των κόλπων δια των στενωμένων από το οίδημα της φλεγμονής, στομίων τους χορηγώντας κατάλληλο αντιβιοτικό και κορτιζόνη από το στόμα ή παρεντερικά.

 

Χορήγηση αντιβιοτικών: Η οξεία ρινοκολπίτιδα είναι μια νόσος που στις περισσότερες περιπτώσεις δεν έχει μεγάλη οξύτητα, ένταση ή πυρετό και κακουχία και αυτοϊάται μέσα σε δύο εβδομάδες.

 

Στους στόχους της θεραπείας της οξείας ρινοκολπίτιδας περιλαμβάνεται ο περιορισμός του οιδήματος του ρινοκολπικού βλεννογόνου, η επανεγκατάσταση του αερισμού των πασχόντων κόλπων και η εξαφάνιση των λοιμογόνων παθογόνων· μικροοργανισμών. Για τη χρονία ρινοκολπίτιδα εφαρμόζονται ποικίλες θεραπείες, όπως η χρήση αντιβιοτικών, οι ρινοπλύσεις με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού, η χορήγηση συστηματικών και ενδορρινικών κορτικοστεροειδών, χορήγηση αντιλευκοτρενικών και η ενδοσκοπική χειρουργική [27].

 

Η συνηθέστερη αιτία ρινοκολπίτιδας είναι ιογενής (ρινοϊός, ιός της παραινφλουέντσας 1 και 2, κοροναϊός και ο ιός της γρίπης). Οι ιοί αυτοί ακολουθούν το πρώτο βήμα της διαδικασίας της λοίμωξης, δηλαδή, προσαρμόζονται καλά στο αναπνευστικό επιθήλιο και συνδέονται με βλεννοπρωτείνες στο βλεννογόνο που καλύπτει τη μύτη και τους παραρρίνιους κόλπους).

Όμως, η ιογενής λοίμωξη διευκολύνει τη βακτηριδιακή διείσδυση. Στη οξεία ρινοκολπίτιδα κυριαρχούν τα αερόβια· βακτηρίδια και τις περισσότερες φορές (30-50% των περιπτώσεων) απομονώνεται στις καλλιέργειες ο πνευμονιόκκοκος (Streptococcus pneumoniae).

Στο 20-40% των περιπτώσεων απομονώνεται o Αιμόφιλος της ινφλουέντζας (Haemophilus influenzae), ενώ στο 5-10% απομονώνεται· η Καταρροϊκή Μοραξέλα (Moraxella catarrhalis). Σε ποσοστό μικρότερο του 5% απομονώνεται ο πυογόνος Στρεπτόκκοκος (β-haemolytic streptococcus), ενώ ο χρυσίζων Σταφυλόκκοκος συχνά συνυπάρχει με άλλα παθογόνα βακτηρίδια και απομονώνεται στο 10% των περιπτώσεων.

Τα αναερόβια βακτηρίδια ανευρίσκονται στις χρόνιες κυρίως περιπτώσεις, περιλαμβανομένων και των οδοντογενών ιγμοριτίδων. Όσο περισσότερο διαρκεί η λοίμωξη τόσο περισσότερα αναερόβια βακτηρίδια ανευρίσκονται, όπως Πεπτόκοκκοι, Πεπτοστρεπτόκοκκο [28]Βακτηριοειδή και Φουσοβακτηρίδια.

·

Είναι γνωστά σήμερα τα αποτελέσματα των καλλιεργειών και των δοκιμασιών ευαισθησίας προς τα κατάλληλα αντιβιοτικά, που έγιναν στο πρόσφατο παρελθόν, σε διάφορες χώρες, σε ασθενείς με ρινοκολπίτιδες. Βάσει αυτών των αποτελεσμάτων μπορεί κανείς να χορηγήσει εμπειρικά πλέον το κατάλληλο αντιβιοτικό, χωρίς να·καλλιεργήσει με παρακέντηση απέκκριμα από τις παραρρίνιες κοιλότητες του ασθενούς του με ρινοκολπίτιδα.

Ταυτόχρονα με τη χορήγηση της κορτιζόνης χορηγείται και ένα αντιβιοτικό ευρέος φάσματος, όπως αμοξυκιλλίνη + κλαβουλανικό σε δόση ενήλικα· (Augmentin των 625 ή 1000 ανά 8ωρο ή 12ωρο αντιστοίχως), εφόσον ο ασθενής δεν είναι αλλεργικός στις πενικιλίνες ή γενικότερα στις β-λακτάμες. Εξίσου αποτελεσματική μπορεί να είναι μια κεφαλοσπορίνη, όπως· κεφακλόρη (δισκία Ceclor των 750mg σε δοση ενός δισκίου ανά 12ωρο επί 10 ημέρες, μία ώρα μετά το φαγητό. Μέγιστη δόση για τους ενήλικες: 4gr /24ωρο. Παιδιά ηλικίας άνω του ενός μηνός: 20-40mg/kg/24ωρο σε τρεις διαιρεμένες δόσεις, διπλασιαζόμενο σε σοβαρές λοιμώξεις. Μέγιστη δόση για παιδιά: 1 gr/24ωρο).

 

Τα αντιβιοτικά που θα χορηγηθούν μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να μην είναι αποτελεσματικά. Τούτο οφείλεται στην ανάπτυξη ανθεκτικών στελεχών των ένοχων βακτηριδίων προς το χορηγηθέν αντιβιοτικό, τη δημιουργία βιομεμβρανών (biofilms) ή στην ανεπαρκή χρονική διάρκεια χορήγησής τους. Ο αριθμός των στελεχών Αιμοφίλου της ινφλουέντζας, που παράγουν β-λακταμάση· κυμαίνονται από 10-40% σε διάφορες χώρες. Μοραξέλλα που να παράγει αποκλειστικά β-λακταμάση υπάρχει στις περισσότερες χώρες. Οι β-αιμολυτικοί στρεπτόκοκκοι ποικίλουν σε αντοχή προς τις μακρολίδες σε διάφορες χώρες (2-30%) και 10-20% στις τετρακυκλίνες. Πρόβλημα γίνεται και η δημιουργούμενη αντίσταση· και ελάττωση της ευαισθησίας των πνευμονιοκόκκων προς τα διάφορα αντιβιοτικά σε διάφορες χώρες.

 

Τόσον οι σταθεροποιημένη· χρονία ρινοκολπίτιδα, όσο και οι υποτροπές της φαίνεται ότι ωφελούνται από την ενδορρινική τοπική εφαρμογή αντιβιοτικών με τη βοήθεια ρινικών εισπνοών[33].

 

Χορήγηση συστηματικών κορτικοστεροειδών από το στόμα ή· παρεντερικώς: Αν και η χορήγηση των αντιβιοτικών είναι ευρύτατα τεκμηριωμένη, η· χορήγηση κορτικοστεροειδών από το στόμα ή παρεντερικώς για βραχύ χρονικό διάστημα (3-5 ημέρες) στην οξεία ρινοκολπίτιδα βασίζεται στην επαγγελματική εμπειρία του γιατρού. Ο Klossek JM, και οι συνεργάτες του (2004) απέδειξαν την αποτελεσματικότητα της βραχύχρονης χορήγησης πρεδνιζόνης (για τρεις ημέρες) σε σύγκριση με εικονικό φάρμακο στη θεραπεία των λειτουργικών σημείων της οξείας γναθιαίας ρινοκολπίτιδας ή ρινοϊγμορίτιδας, επί ενηλίκων ασθενών με σοβαρό πόνο, με την ταυτόχρονη χορήγηση κατάλληλου αντιβιοτικού [29].

 

Η κορτιζόνη μπορεί να χορηγηθεί ως δισκία μεθυλοπρεδνιζόνης (Medrol) των 16 mg σεδόση ενάμιση δισκίου το πρωί στις 8.00π.μ. και το απόγευμα στις 3,00 μμ, με γεμάτο στομάχι. Η νυκτερινή δόση αποφεύγεται, δίοτι το βράδει αυξάνει η φυσική παραγωγή κορτιζόλης από τα επινεφρίδια. Η διάρκεια της χορήγησης είναι 5-7 ημέρες. Λόγω της σύντομης δάρκειας της χορήγησηςδεν απαιτείται η σταδιακή διακοπή του Medrol. 

 

ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΣΤΗΝ ΟΞΕΙΑ ΙΓΜΟΡΙΤΙΔΑ

 

 
 

Αντιβιοτικό

% ίασης με 10ήμερη μονοθεραπεία

Παρενέργειες

Τριμεθοπρίμη-ΣουλφαμεθοξαζόληDS **

95%

Δερματοαντιδράσεις, σύνδρομο Stevens-Johnson

Λορακαρμπέφη

93%

Υπερευαισθησία στο φάρμακο, σπάνιες γαστρεντερικές διαταραχές

Αμοξυκιλλίνη/Καλιούχο άλας κλαβουλανικού οξέος

92%

Εξανθήματα, γαστρεντερικές διαταρα-χές, αλλεργικές αντιδράσεις, ανα-φυλαξία

Αξετιλική κεφουροξίμη **

95%

Εξανθήματα, άλλες αλλεργικές αντι-δράσεις, αναφυλαξία

Gwatlney JM Jr, Scheld WM, Saude MA, Syndrom A. The microbial etiology and antimicrobial therapy to adults with acute community-acquired sinusitis : A fiteen years' expirience at the University of/Virginia and review of other selected studies. J. Allergy Clin. Immunol. 1992·90:457-462.
 

Αντμετώπιση της ρινικής συμφόρησης, του μπουκώματος της μύτης και των συσσωρευμένων εκκρίσεων

 

Εφαρμογή ρινοπλύσεων και εισπνοών υδρατμών με αιθέρια έλαια: Ταυτόχρονα με τη χορήγηση φαρμάκων από το στόμα, ο ασθενής μπορεί να βοηθηθεί και να επιταχύνει το κλείσιμο του κύκλου της νόσου, αν κάνει ρινοπλύσεις κάθε μία ώρα με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού ουδέτερου pH (Οsmoclean hypertonic nasal spray) για τις πέντε πρώτες ημέρες.

 Το Osmoclean εκτός από το γεγονός ότι καθαρίζει αποτελεσματικά τις εκκρίσεις και απομακρύνει ρύπους, ιούς, αλλεργιογόνα από τη ρινική κοιλότητα, δρα και ως ήπιο 

Rochalitex, Μείγμα αιθερίων ελαίων για το απλό ροψηαλιτό, κακοσμία στόματος, οξεία ρινοκολπίτιδα (εισπνοές υδρατμών με 4 σταγόνες Rochalitexαποσυμφορρητικό, περιορίζοντας τον όγκο των ρινικών κογχών που είναι συμπεφο-ρημένες και καθώς και το οίδημα του βλεννογόνου των στο-μίων αποχέτευσης των κόλπων [30]..

 

 Επίσης η απο-χέτευση των κόλπων και των ρινικών κοιλο-τήτων διευκο-λύνεται , κάνο-οντας εισπνοές υδρατ-μών που περιέχουν αιθέρια έλαια.·Η τεχ-νική της εισπνοής των υδρα-τμών μπορεί να γίνει βάζοντας δύο σταγόνες Roxhalitex drops (περιέχει έντεκα αιθέρια έλαια) σε μισό λίτρο νερό που βράζει σε μια τσαγιέρα.

 

Μόλις αρχίσει ο βρασμός εξέρχονται υδρατμοί από το στόμιο εξόδου της τσαγέρας και ο ασθενής μπορεί να τους·εισπνεύσει από τη μύτη επί πέντε λεπτά κάθε μισή ώρα για τρεις τέσσερις ώρες επί 3-3 ημέρες. Η εισπνοή υδρατμών με τα αιθέρια έλαια του Rochalitex drops ρευστοποιεί τις εκκρίσεις και έτσι διευκολύνεται η αποβολή τους. Οι περισσότερες περιπτώσεις ήπιας ιογενούς ρινοκολπίτιδας υποχωρούν με τις συστηματικές ρινοπλύσεις με Osmoclean hypertonic μέσα σε λίγες ημέρες.

 

Χρήση αντιαλλεργικών τοπικών φαρμάκων όπου υπάρχει αλλεργικό υπέδαφος της ρινοκολπίτιδας

 Το μπούκωμα της μύτης που είναι η κλινική εκδήλωση της ρινικής συμφόρησης συνεπεία μιας νόσου των ρινικών κοιλοτήτων, όπως η εποχιακή και η ολοετήσια αλλεργική ρινίτιδα, η οξεία και· χρονία ρινοκολπίτιδα και οι ρινικοί πολύποδες που προκαλούν τη φλεγμονή του ρινικού βλεννογόνου. Αν και υπάρχουν αποτελεσματικές δυνατότητες φαρμακοθεραπείας της ρινικής συμφόρησης, εν τούτοις κανένας φαρμακευτικός παράγοντας δεν έχει γίνει μέχρι σήμερα παγκόσμια αποδεκτός.

 

Η αντιμετώπιση της αποσυμφόρησης της μύτης πρέπει να εξατομικεύεται στον κάθε ασθενή ανάλογα με τον παθογενετικό μηχανισμό που συμβάλλει στη δημιουργία της ρινοκολπίτιδας. Αν λοιπόν η ρινοκολπίτιδα έχει αναπτυχθεί σε ένα υπέδαφος αλλεργικής ρινίτιδας, τα αντιισταμινικά δεύτερης γενιάς, αν και είναι αποτελεσματικά για τα κλασσικά συμπτώματα της αλλεργικής ρινίτιδας, εν τούτοις ασκούν μέτρια αποσυμφορητική δράση, ενώ το ίδιο ισχύει και για τους ανταγωνιστές των υποδοχέων των λευκοτριενίων. Η εφαρμογή όμως ρινικών σταγόνων ή ενδορρινικών ψεκασμών τοπικού αντιισταμινικού, όπως η λεβοκαμπαστίνη (Livostin collyre ή nasal spray) φαίνεται να βελτιώνουν τη συμφόρηση και το μπούκωμα καλύτερα από τα αντιισταμινικά που χορηγούνται από το στόμα [31].

 

Χρήση ενδορρινικών τοπικών αποσυμφορητικών

Η εφαρμογή ενδορρινικών τοπικών αποσυμφορητικών περιορίζει το μπούκωμα που οφείλεται σε αλλεργική ρινίτιδα, ίογενή λοίμωξη ή ρινοκολπίτιδα. Η δράση τους όμως είναι σύντομη και υποχρεώνεται ο ασθενής να εφαρμόζει το αποσυμφορητικό συχνότατα (κάθε 2-4 ώρες). Τα τοπικά αποσυμφορητικά· χορηγούνται μόνο για 3-7 ήμέρες, διότι η συνεχής χρήση τους οδηγεί στην δημιουργία φαρμακευτικής ρινίτιδας, το μπούκωμα της οποίας δεν ανακουφίζεται, αν δεν χρησιμοποιήσει ο ασθενής εκ νέου το αποσυμφορητικό [31].

 

Χρήση ενδορρινικών τοπικών κορτικοστεροειδών

Τα ενδορρινικά τοπικά κορτικοστεροειδή αποτελούν μια καθιερωμένη αποτελεσματική θεραπεία της αλλεργικής ρινίτιδας στους ενήλικες και τα παιδιά [32]. Οι ψεκασμοί ενδορρινικών κορτικοστεροειδών ασκούν ευρείες αντιφλεγμονώδεις δραστηριότητες και μπορούν να προκαλέσουν· μακράς διαρκείας αποσυμφόρηση του ρινικού βλεννογόνου των ασθενών με αλλεργική ρινίτιδα, ενώ προκαλούν μερικού βαθμού αποσυμφόρηση στη ρινοκολπίτιδα και τους ρινικούς πολύποδες .

 

Η ταυτόχρονη χορήγηση ενδορρινικών κορτικοστεροειδών με αντιβιοτικά προκαλούν μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, παρά τα αντιβιοτικά, αν χορηγηθούν μόνα τους, προκαλώντας έτσι συμπτωματική ανακούφιση στην οξεία ρινοκολπίτιδα. Τα ενδορρινικά κορτικοστεροειδή ως μονοθεραπεία είναι επίσης αποτελεσματικά στην αλλεργική ρινοκολπίτιδα.. Έχουν γίνει διάφορες τυχαιοποιημένες ελεγμένες μελέτες για να εκτιμηθεί ο ρόλος των ενδορρινικών κορτικοστεροειδών στη χρονία ρινοκολπίτιδα και έχουν επιδείξει στην πλειοψηφία τους επωφελές αποτέλεσμα.

 

Τα τοπικά κορτικοστεροειδή περιορίζουν το οίδημα, τη φλεγμονή και τις εκκρίσεις του βλεννογόνου στις χρόνιες ρινοκολπίτιδες. Δεν ενδείκνυται η χορήγηση τους στην οξεία ρινοκολπίτιδα. Προτιμούνται ιδιοσκευάσματα, που δεν περιέχουν χλωριούχο βενζαλκόνιο, διότι τούτο τροποποιεί αρνητικά τη συμπεριφορά του κροσσωτού επιθηλίου και παραβλάπτει το ρινικό βλεννογόνο. Χορηγούνται ιδιοσκευάσματα τοπικού κορτικοστεροειδούς στη χρονία ρινοκολπίτιδα, που περιέχουν βουδεσονίδη, φλουτικασόνη, φλουνισολίδη, τριαμσινολόνη, μπεκλομεθαζόνη.

 

Η κλινική αποτελεσματικότητα των κορτικοστεροειδών από το στόμα σε ασθενείς με χρονία ρινοκολπίτιδα με ρινικούς πολύποδες είναι καλά επιβεβαιωμένη. Δεν υπάρχουν τυχαιοποιημένες επιλεγμένες μελέτες εκτίμησης της αποτελεσματικότητας των συστηματικά χορηγούμενων κορτικοστεροειδών στη χρονία ρινοκολπίτιδα χωρίς ρινικούς πολύποδες [32].

 

Στους ασθενείς με ρινοκολπίτιδα που αναπτύχθηκε σε αλλεργικό υπέδαφος μόνον η ανοσοθεραπεία· με εκχυλίσματα των ένοχων για τον ασθενή αλλεργιογόνων θα ανακουφίσει μόνιμα τον ασθενή από τα αλλεργικά του συμπτώματα [31].

 

ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ Η ΠΡΩΤΑΡΧΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

Παρά την έγκαιρη διάγνωση και την εφαρμογή μιας αποδεκτής εμπειρικά φαρμακοθεραπείας, η ρινοκολπίτιδα μπορεί να επιμένει. Σ' αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να αναζητούνται οι πιθανές αιτίες της επιμονής της νόσου. Πάντοτε πρέπει να σκέπτεται κανείς την παρουσία μυκήτων. Αυτοί μπορεί να προκαλέσουν ρινοκολπίτιδα, που χαρακτηρίζεται από την παρουσία παχύρρευστου φαιοειδούς υλικού στις εκκρίσεις. Ο ασθενής πονάει κατά την πίεση της περιοχής, που πάσχει και έχει αίσθημα πίεσης, ενώ ανευρίσκονται παθολογικά ευρήματα από τις καλλιέργειες των ρινικών εκκριμάτων και την αξονική τομογραφία του σπλαγχνικού κρανίου. Η επίμονη ρινοκολπίτιδα παρά την ορθή χορήγηση αντιβιοτικών, αποσυμφορητικών και άλλων φαρμάκων σημαίνει ότι πρέπει να γίνουν και άλλες έρευνες.

 

Εφ' όσον αποκλειστεί η παρουσία μυκητίασης πρέπει να γίνεται ανοσολογικός έλεγχος, να ερευνάται και να αντιμετωπίζεται το άσθμα ή άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες, όπως η αλλεργική ρινίτιδα ή όπου ενδείκνυται να αντιμετωπίζεται η κατάσταση με χειρουργική αποκατάσταση της αποχέτευσης των στομίων εκβολής των παραρρινίων κοιλοτήτων.

 

Σήμερα εφαρμόζεται η λειτουργική ενδοσκοπική χειρουργική, που στις περισσότερες περιπτώσεις μπορεί να πετύχει μόνιμη λύση του χρονίου φλεγμαίνοντος βλεννογόνου των παραρρινίων κόλπων. Η χρονία λοίμωξη των παραρρινίων κοιλοτήτων μπορεί να θεραπευτεί με κατάλληλη χειρουργική αντιμετώπιση. Τα αποτελέσματα όμως πολλές φορές εξαρτώνται από την επιτυχή μετεγχειρητική αντιμετώπιση.

 

Προτού αποφασιστεί οποιαδήποτε χειρουργική επέμβαση στους ασθενείς με επίμονη, μη ιάσιμη με τα κλασσικά φάρμακα, ρινοκολπίτιδα, πρέπει να γίνεται ανοσολογικός και αλλεργιολογικός έλεγχος.

 

Στον αλλεργιολογικό έλεγχο πρέπει να περιλαμβάνεται in vivo εξέταση με τη διενέργεια δερματικών δοκιμασιών αλλεργίας και invitro έρευνα, κατά την οποία αναζητούνται στον ορό του ασθενούς τα αντισώματα προς ορισμένα πιθανά αλλεργιογόνα, περιλαμβανομένων τροφικών ή άλλων σπανιοτέρων αλλεργιογόνων.

 

Υπενθυμίζεται ότι υπάρχουν διάφοροι τύποι ρινιτίδων πλην της αλλεργικής, η παρουσία των οποίων αποτελεί το υπέδαφος, πάνω στο οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η ρινοκολπίτιδα. Σ' αυτές τις περιπτώσεις επιβάλλεται η βιοψία του ρινικού βλεννογόνου.

 

Ανοσολογικά ελλείμματα μπορεί να υπάρχουν σε σημαντικό ποσοστό ασθενών με χρόνια καθ' υποτροπήν ρινοκολπίτιδα. Αν και ένα καλό ιστορικό και η κλινική εξέταση εντοπίζουν τα κλινικώς εμφανή σύνδρομα, εν τούτοις είναι απαραίτητο να γίνεται μια βασική ανοσολογική έρευνα για τον εντοπισμό των υποκλινικών ασθενών. Ο ανοσολογικός έλεγχος πρέπει να περιλαμβάνει ποσοτικές μετρήσεις των επιπέδων των ανοσοσφαιρινών, των υποτάξεων των IgG και την αξιολόγηση της απόκρισης του ασθενούς στην ανοσοποίηση με πρωτεϊνικά αντιγόνα (π.χ. το τοξοειδές διφθερίτιδος τετάνου κ.λ.π.) και τα πολυσακχαριδικά αντιγόνα (π.χ. εμβόλιο πνευμονόκοκκου).

 

Κοινή είναι η αντίληψη ότι οι ανοσοανεπάρκειες εμφανίζονται με απειλητικές για τη ζωή λοιμώξεις. Παρά τούτο μπορεί να εκδηλωθούν και με καθ' υποτροπήν ήπιες λοιμώξεις και με λίγα, αν υπάρχουν κι αυτά, χαρακτηριστικά, που δεν διαφέρουν από αυτά που εκδηλώνονται σε ασθενείς με εμφανή ανοσοανεπάρκεια·[43].

 

ΧΕΙΡΟΥΡΓΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΕΙΑΣ ΚΑΙ ΧΡΟΝΙΑΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

Στην πλειοψηφία τους, οι ρινοκολπίτιδες στα παιδιά και τους ενηλίκους αντιμετωπίζονται με φάρμακα. Ένα μεγάλο ποσοστό ρινοκολπίτιδων είναι αυτοπεριοριζόμενες. Χειρουργική αντιμετώπιση αποφασίζεται όταν εμφανίζονται επιπλοκές με συλλογές πύου, όπως το υποπεριοστικό κογχικό απόστημα, η δυσίατη ρινοκολπίτιδα, που επιδεινώνει μια υποκείμενη νόσο των πνευμόνων και η πραγματικά χρόνια ρινοκολπίτιδα που επηρεάζει δυσάρεστα την ποιότητα της ζωής του ασθενούς και τη συνολική υγεία του.

 

Στόχος της χειρουργικής θεραπείας είναι ο ταχύς καθαρισμός της λοίμωξης και η πρόληψη σοβαρών επιπλοκών από την επέκταση της λοίμωξης στον οφθαλμικό κόγχο ή μέσα στο κρανίο. Επιδιώκεται η αποτελεσματική αποχέτευση του κόλπου μέσω μικροχειρουργικών τεχνικών, ώστε να αποκατασταθεί· η φυσιολογική βλεννοκροσσωτή ·δραστηριότητα. Είναι όμως δυνατόν να απαιτηθεί επιθετικότερη· επέμβαση, διανοίγοντας κάποιο κόλπο, αφαιρώντας ή αποφράσσοντας κάποιον άλλο. Στις περισσότερες τεχνικές γίνεται εξοικονόμηση του βλεννογόνου. Όταν όμως πάσχει ο βλεννογόνος, η απομάκρυνσή του διευκολύνει τη φυσιολογική επανεπίστρωση του κόλπου, με βλεννογόνο.

 

Υπενθυμίζεται στους καταπιεστικούς γονείς ότι η χειρουργική επέμβαση μπορεί να συνοδευτεί από επιπλοκές, όπως η διαρροή εγκεφαλονωτιαίου υγρού ή κάκωση του οφθαλμού. Οι χειρουργικές επεμβάσεις που χρησιμοποιούνται στην παιδική ρινοκολπίτιδα διακρίνονται σ' αυτές που έχουν ένα έμμεσο αντίκτυπο στη φυσιολογία των παραρρινίων κόλπων, όπως η αδενοειδεκτομή και σ' αυτές που άμεσα βελτιώνουν την αέρωση και την παροχέτευση των κόλπων.

 

Για την επιτυχή θεραπεία της χρονίας ρινοκολπίτιδας βασική προϋπόθεση είναι η ακριβής διάγνωση και ο εντοπισμός της αιτίας ή των αιτίων της νόσου. Απαραιτήτως πρέπει να γίνεται ενδοσκοπικός έλεγχος των ρινικών κοιλοτήτων και η λήψη αξονικής τομογραφίας του σπλαγχνικού κρανίου. Αν χορηγηθεί μια κλασσική θεραπεία της ρινοκολπίτιδας, αλλά τα αίτιά της δεν είναι κολπογενή είναι βέβαιον ότι δεν θα προκύψει θεραπευτικό αποτέλεσμα. . Γιαυτό πάντοτε ερευνάται ο ασθενής για την παρουσία αλλεργίας (αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική ρινοκολπίτιδα, κλπ) και γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση . Αυτές οι δύο καταστάσεις μπορεί να μην προκαλούν αμέσως κολπίτιδα, αλλά μιμούνται τα συμπτώματά της. Αν πράγματι υπάρχει αλλεργικό υπέδαφος ο ασθενής μπορεί να ανακουφιστεί με τα κλασσικά αντιαλλεργικά φάρμακα, αλλά για να θεραπευτεί ριζικά χρειάζεται αποευαισθητοποίηση προς τα ένοχα γι’αυτόν αλλεργιογόνα με την υπογλώσσια ανοσοθεραπεία., ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χορηγηθεί ομαλισουμάμπη (μονοκλωνικό αντίσωμα αντι-IgE) Για τη γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση θα πρέπει να χορηγηθούν αντιπαλλινδρομικά φάρμακα.

 

Σε περίπτωση μιας δυσίατης χρόνιας ρινοκολπίτιδας που συντηρείται σε ένα υπέδαφος συστηματικής νόσου, όπως η ανοσοανεπάρκεια (π.χ. λοίμωξη HIV) και τα συστηματικά κοκκιωματώδη και ηωσινοφιλικά σύνδρομα θα πρέπει ·αυτές οι καταστάσεις να διαγιγνώσκονται και να αντιμετωπίζονται. .Στους ασθενείς, οι οποίοι υφίστανται επιδείνωση των αναπνευστικών τους συμπτωμάτων (π.χ. άσθμα) μόλις λάβουν ασπιρίνη, τους συνιστάται να την αποφεύγουν ή να κάνουν απευαισθητοποίηση προς την ασπιρίνη. Η λειτουργία του πάσχοντος βλεννοκροσσωτού επιθηλίου μπορεί να βελτιωθεί ή και να αποκατασταθεί με τις ρινοπλύσεις υπέρτονου φυσιολογικού ορού ουδετέρου ·pH (Osmoclean hypertonic nasal spray) και τους ρινικούς ψεκασμούς Rhinosisam nasal spray (σησαμέλαιο, μαστιχέλαιο, βιταμίνη Ε). H χειρουργική αντιμετώπιση της χρονίας ρινοκολπίτιδας μπορεί να αντιμετωπιστεί αν αποτύχουν τα παραπάνω προτεινόμενα θεραπευτικά μέτρα, αν απειλείται ο ασθενής από επιπλοκές της νόσου ή όταν κάποια ανατομική ανωμαλία προδιαθέτει τον ασθενή στη διαιώνιση της νόσου.

 

Σήμερα εφαρμόζεται η ενδοσκοπική· λειτουργική χειρουργική των κόλπων που στοχεύει στην αποκατάσταση της φυσιολογικής λειτουργίας τους (FESS). Η επέμβαση αυτή είναι επιτυχής στο 80-95% των περιπτώσεων. Η ενδοσκοπική ενδορρινική χειρουργική περιλαμβάνει τη δακρυοκυστορινοστομία, την παροχέτευση μιας βλεννοκήλης, την αντιμετώπιση μιας διαρροής εγκεφαλονωτιαίου υγρού, την αποσυμπίεση του οφθαλμικού κόγχου και την αποσυμπίεση του οπτικού νεύρου μετά από μια τραυματική παγίδευσή του..

 

 
Rhinosisam nasal spray (σησαμέλαιο, μαστιχέλαιο, βιταμίνη Ε), Θεραπεία ρινοκολπίτιδας, ιγμορίτιδας

Η εκτομή κάποιας ανατομικής ενδοκρινικής ανωμαλίας διευκολύνει τον αερισμό των κόλπων και προάγει την απομάκρυνση των εκκρίσεων από τους μετωπιαίους κόλπους και τα ιγμόρεια προς το μέσο ρινικό πόροι. Η επεμβάσεις στην περιοχή του· μετωπιαίου κολπώματος μπορεί να συνοδευτούν από τη δημιουργία ουλής που διαιωνίζει τη νόσο ή ευνοεί την πρόκληση βλεννοκήλης. Η αντιμετώπιση της χρονίας ρινικολπίτιδας δεν τελειώνει με τη χειρουργική επέμβαση, καθόσον η αποκατάσταση της λειτουργίας του ρινικού βλεννογόνου χρειάζεται την παρέλευση μηνών. Γιαυτό το λόγο πρέπει να συνεχίζονται οι ρινοπλύσεις με Osmoclean Ηypertonicnasalspray και Rhinosisam nasalspray (σησαμέλαιο, μαστιχέλαιο, βιταμίνη Ε) 2-3 φορές την ημέρα.

 

 

Τα αντιβιοτικά, τα τοπικά ενδορρινικά κορτικοστερειδή και τα αντιισταμινικά μπορεί να χρειαστεί να χορηγηθούν για μερικές εβδομάδες, ενώ οι ρινοπλύσεις με Osmoclean και Rhinosisam πρέπει να συνεχίζονται ·2-3 φορές την ημέρα , μέχρις ότου σταματήσει ο οπισθορρινικός κατάρρους. ·Οι επιπλοκές της ενδοσκοπικής χειρουργικής φτάνουν το 0.3-8%, ανάλογα με την εμπειρία του γιατρού και περιλαμβάνουν κινδύνους τραυματισμού των οφθαλμικών κόγχων και των ανατομικών μορίων της ενδοκρανιακής κοιλότητας.. Σε περίπτωση που η ρινοκολπίτιδα ή η κολπίτιδα συνοδεύεται από την παρουσία πολυπόδων, οι τελευταίοι αφαιρούνται ριζικά με την ενδοσκοπική χειρουργική που προγραμματίζεται με ειδικό ψηφιακό πλοηγό (navigator).

 

Με την ψηφιακή ενδοσκοπική χειρουργική περιορίζονται στο ελάχιστο οι επιπλοκές της FESS [51].·Από το 2005 εφαρμόζεται από ορισμένους το σύστημα πλαστικού καθετήρα που στο άκρο του φέρει μπαλονάκι, το οποίο τοποθετείται στο σημείο που παρεμποδίζεται η αποχέτευση ενός φλεγμαίνοντος κόλπου. Για την ώρα η ανωτέρω τεχνική παραμένει αμφιλεγόμενη [52].

 

ΠΡΟΛΗΨΗ ΤΗΣ ΡΙΝΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑΣ

 

Η ρινοκολπίτιδα μπορεί να προληθεί αν το ανοσοποιητικό σύστημα διατηρεί τη φυσιολογική του λειτουργία. Τα άτομα με έλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D3 παθαίνουν εύκολα ιογενείς και βακτηριδιακές λοιμώξεις ιδίως κατα τους χειμερινούς μήνες, πράγμα που τα προδιαθέτει στην ανάπτυξη ρινοκολπίτιδα.

Τα άτομα με αλλεργική ρινίτιδα είναι επιρρεπή στην εκδήλωση ρινοκολπίτιδας και η αλλεργία τους πρέπει να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται από τον ωτορινολαρυγγολόγο.

Στους ασθενείς με ρινοκολπίτιδα θα πρέπει να μετρώνται τα επίπεδα της 25-υδροξυβιταμίνης D3, τα οποία πρέπει να είναι > των 30ng/ml.  

Οι ασθενείς οι οποίοι έχουν επίπεδα 25-υδροξυβιταμίνης D3 μικρότερα των 30ng/ml, θα πρέπει να παίρνουν συμπληρωματικά βιταμίνη D3 από το στόμα.

Τα ασφαλέστερα απορροφώμενο σκεύασμα βιταμίνης D3 είναι το D3-Gkelin drops (βιταμίνη D3 σε ελαιόλαδο) σε δόση τα παιδιά 1000ΙU ημερησίως και οι ενήλικες 4000ΙU ημερησίως, όλους τους χειμερινούς μήνες. 

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Chan Y, Kuhn FA. An update on the classifications, diagnosis, and treatment of rhinosinusitis. Curr Opin Otolaryngol Head Neck Surg. 2009 Jun;17(3):204-8.

2. Melvin TA, Lane AP, Nguyen MT, Lin SY. Allergic rhinitis patients with recurrent acute sinusitis have increased sinonasal epithelial cell TLR9 expression. Otolaryngol Head Neck Surg. 2010 May;142(5):659-64.

3. Ryan MW, Brooks EG. Rhinosinusitis and comorbidities. Curr Allergy Asthmap. 2010 May;10(3):188-93.

4.Rollin M, Seymour K, Hariri M, Harcourt J. Rhinosinusitis, symptomatology & absence of polyposis in children with primary ciliary dyskinesia. Rhinology. 2009 Mar;47(1):75-8.

5. Gelincik A, Büyüköztürk S, Aslan I, Aydin S, Ozşeker F, Colakoğlu B, Dal M. Allergic vs nonallergic rhinitis: which is more predisposing to chronic rhinosinusitis? Ann Allergy Asthma Immunol. 2008 Jul;101(1):18-22.

6. Knops JL et al. Physiology. Otolaryngologic Clinics of North America 26(4):517-534, 1993.

7. Braskett M, Riedl MA. Novel antioxidant approaches to the treatment of upper airway inflammation. Curr Opin Allergy Clin Immunol. 2010 Feb;10(1):34-41.8.

8. Chandra RK, Pearlman A, Conley DB, Kern RC, Chang D. Significance of osteomeatal complex obstruction. J Otolaryngol Head Neck Surg. 2010 Apr;39(2):171-4.

9. Antunes MB, Gudis DA, Cohen NA. Epithelium, cilia, and mucus: their importance in chronic rhinosinusitis. Immunol Allergy Clin North Am. 2009 Nov;29(4):631-43.

10. Galli J, Calò L, Ardito F, Imperiali M, Bassotti E, Passali GC, La Torre G, Paludetti G, Fadda G. Damage to ciliated epithelium in chronic rhinosinusitis: what is the role of bacterial biofilms? Ann Otol Rhinol Laryngol. 2008 Dec;117(12):902-8.

11. Dykewicz MS, Hamilos DL. Rhinitis and sinusitis. J Allergy Clin Immunol. 2010 Feb;125(2 Suppl 2):S103-15.

12. Pravettoni V, Incorvaia C, Frati F. Role of measurement of nitric oxide in respiratory diseases. Recenti Prog Med. 2008 May;99(5):258-62.

14. Hallett R, Naguwa SM. Severe rhinosinusitis. Clin Rev Allergy Immunol. 2003 Oct;25(2):177-90.

15. Lanza DC. Diagnosis of chronic rhinosinusitis. Ann Otol Rhinol Laryngol Suppl. 2004 May;193:10-4.

16. Bhattacharyya N. Clinical and symptom criteria for the accurate diagnosis of chronic rhinosinusitis. Laryngoscope. 2006 Jul;116(7 Pt 2 Suppl 110):1-22.

17. Gendy S, Walsh MA, McConn-Walsh R, Costello RW. Recent consensus on the classification of rhinosinusitis--a way forward for research and practice? Surgeon. 2007 Apr;5(2):67-8, 70-1.

18. Ramadan HH, Sanclement JA, Thomas JG. Chronic rhinosinusitis and biofilms. Otolaryngol Head Neck Surg. 2005 Mar;132(3):414-7.

19. McAlister WH, Lusk R, Muntz HR. Comparison of plain radiographs and coronal CT scans in infants and children with recurrent sinusitis. AJR Am J Roentgenol. 1989 Dec;153(6):1259-64.

20. Lloyd GA. CT of the paranasal sinuses: study of a control series in relation to endoscopic sinus surgery. J Laryngol Otol. 1990 Jun;104(6):477-81.

21. Kennedy DW. Prognostic factors, outcomes and staging in ethmoid sinus surgery. Laryngoscope. 1992 Dec;102(12 Pt 2 Suppl 57):1-18.

22. Charfi A, Besbes G, Menif D, Ben M'Hamed R, Boussaffa H, Trabelsi S, Yakoub K, Hachicha S. The odontogenic maxillary sinusitis: 31 cases. Tunis Med. 2007 Aug;85(8):684-7.

23. Mehra P, Murad H. Maxillary sinus disease of odontogenic origin. Otolaryngol Clin North Am. 2004 Apr;37(2):347-64.

24. Bomeli SR, Branstetter BF 4th, Ferguson BJ. Frequency of a dental source for acute maxillary sinusitis. . Laryngoscope. 2009 Mar;119(3):580-4.

25. Arias-Irimia O, Barona-Dorado C, Santos-Marino JA, Martínez-Rodriguez N, Martínez-González JM. Meta-analysis of the etiology of odontogenic maxillary sinusitis. Med Oral Patol Oral Cir Bucal. 2009 Jan 1;15(1):e70-3.

26. Mathew AL, Pai KM, Sholapurkar AA. Maxillary sinus findings in the elderly: a panoramic radiographic study. J Contemp Dent Pract. 2009 Nov 1;10(6):E041-8.

27. Chan Y, Kuhn FA. An update on the classifications, diagnosis, and treatment of rhinosinusitis. Curr Opin Otolaryngol Head Neck Surg. 2009 Jun;17(3):204-8.

28. Niederfuhr A, Kirsche H, Riechelmann H, Wellinghausen N. The bacteriology of chronic rhinosinusitis with and without nasal polyps. Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2009 Feb;135(2):131-6.

29. Klossek JM, Desmonts-Gohler C, Deslandes B, Coriat F, Bordure P, Dubreuil C, Gehanno P, Gilain L, Jankowski R, Serrano E, Stoll D. Treatment of functional signs of acute maxillary rhinosinusitis in adults. Efficacy and tolerance of administration of oral prednisone for 3 days.. Presse Med. 2004 Mar 13;33(5):303-9.

30. Garavello W, Di Berardino F, Romagnoli M, Sambataro G, Gaini RM. Nasal rinsing with hypertonic solution: an adjunctive treatment for pediatric seasonal allergic rhinoconjunctivitis. Int Arch Allergy Immunol. 2005 Aug;137(4):310-4.

31. Meltzer EO, Caballero F, Fromer LM, Krouse JH, Scadding G.

Treatment of congestion in upper respiratory diseases. Int J Gen Med. 2010 Apr 8;3:69-91.

32. Mori F, Barni S, Pucci N, Rossi ME, Orsi Battaglini C, Novembre E. Upper airways disease: role of corticosteroids. . Int J Immunopathol Pharmacol. 2010 Jan-Mar;23(1 Suppl):61-6.

33. Hamilos DL. Allergic fungal rhinitis and rhinosinusitis. Proc Am Thorac Soc. 2010 May;7(3):245-52.

34. Γκέλης Δ.Ν.: Η αλλεργία στην Ωτορινολαρυγγολογία Κόρινθος, 1987.

35. Gable C. et al, Temporal occurrence and relationship to medical claims respiratory infections and allergic rhinitis.· Pharmacoepidemiology and Drug safety 1994 : 3-6 (Nov-Dec) 1337-349.

36. Bachert C, Claeys SE, Tomassen P, van Zele T, Zhang N. Rhinosinusitis and asthma: a link for asthma severity. Curr Allergy Asthma Rep. 2010 May;10(3):194-201

37. Aazami A, Sharghi A, Ghofrani M, Anari H, Habibzadeh E. Rhinosinusitis predispose asthmatic patients to severe bronchial asthma. . Iran J Allergy Asthma Immunol. 2009 Dec;8(4):199-203.

38. Goldstein MF et al: Effect of functional endoscopic sinus surgery on bronchial asthma outcomes. Arch Otolaryngol Head Neck Surg 1999 Mar;125(3):314-9

39. Stammberger H : Endoscopic endonasal surgery : Concept in treatment of recurrent rhinosinusitis.· Part I : anatomic and pathophysiologic considerations.· Otolaryngol.· Head Neck Surg. 1986, 94 : 143-147.

40. Stammberger H, Wolf G : Headache and sinus disease : the endoscopic approach.· Amm Otol Rhinol Laryngol 1988, 97 (supply 134) : 3-23.

41. Draf W. Endoscopy of the Paranasal Sinuses.· New York, N.Y. : Springer-Verlag Inc, 1983.

42. Kennedy D.W. (ed.) Sinus disease.· Guide to first-line management.· Health Communications Inc. 1994.

43. Vital and health statistics.· Prevalence of selected chronic conditions : United States, 1986-1988 Atlanta : Centers of Disease Control and Prevention : 1993 [PHHS publication.· (PHS) 93-1510, National Center of health statistics series 10, 182].

44. American Academy of family physicians : Facts about practice.· Kansas City, MO: American Academy of family physicians : 1993.

45. Gliklich RE, Metson R. The health impact of chronic sinusitis in patients seeking otolaryngologic care [see coments]. otolaryngol Head Neck Surg 1995;113:104-109.

46. Zivreich ST : Paranasal sinus imaging.· Otolaryngol Head Neck Surg. 103 : 863, 1990.

47. Adams TB, Wharton CM, Quilter L, Hirsch T. The association between mental health and acute infectious illness among a national sample of 18- to 24-year-old college students. J Am Coll Health. 2008 May-Jun;56(6):657-63.

48. Lund V.J. : Bacterial sinusitis etiology and surgical management.· Pediatr Infect Dis J. 1994 Jan;13(1 Suppl 1):S58-63; discussion S63-5.

49. Gross C.W., Becker P.G. : Instrumentation in endoscopic surgery.· Current opinion in Otolaryngol. And Head and Neck Surgery 1996, 4 : 28-33.

50. Roithman R. et al : C.T. imaging in the diagnosis and treatment of sinus disease : a partnership between the radiologist and the Otolaryngologisti J. Otolaryngol 1993/22 : 253-260.

51. Venkatraman G, Likosky DS, Zhou W, Finlayson SR, Goodman DC. Trends in endoscopic sinus surgery rates in the Medicare population. Arch Otolaryngol Head Neck Surg. 2010 May;136(5):426-30.

52 . Stewart AE, Vaughan WC Balloon sinuplasty versus surgical management of chronic rhinosinusitis. Curr Allergy Asthma Rep. 2010 May;10(3):181-7.

53. Sitnikov VPEgorova TA. Thermographic and rhinorheographic parallels in clinical diagnosis of inflammatory diseases of paranasal sinusesVestn Otorinolaringol. 1989 Jul-Aug;(4):53-6.

54. Piszczatowski B, Sieśkiewicz A, Rutkowska J, Rogowski M, Rózańska-Kudelska M, Olszewska E. [The influence of endoscopic treatment of isolated, small inflammatory lesions of sphenoid sinus on headache sensation]. Otolaryngol Pol. 2010 May-Jun;64(3):165-70.

 

·

Τελευταία Ενημέρωση (Πέμπτη, 18 Δεκέμβριος 2014 12:59)

 
Σήμερα115
Εβδομάδα1606
Μήνας4255
Όλα816150