Get Adobe Flash player

ΚΑΚΟΣΜΙΑ ΤΟΥ ΣΤΟΜΑΤΟΣ, ΣΤΟΜΑΤΟΛΟΓΙΚΕΣ ΚΑΙ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΨΕΙΣ

 Η κακοσμία του στόματος αποτελεί πηγή άγχους γιαυτόν που την έχει και παράγοντα που επηρεάζει την ποιότητα της ζωής του και όσων είναι υποχρεωμένοι να βρίσκονται σε στενή επαφή μαζί του καθημερινά. Αυτός ή αυτή που γνωρίζει ότι το στόμα του ή το στόμα της μυρίζει άσχημα δεν αισθάνεται καλά ή δεν αισθάνεται το ΄΄καλώς έχειν΄΄. Τα άτομα που πάσχουν από κακοσμία του στόματος λογικό είναι να επισκέπτονται τους οδοντιάτρους, διότι το πρώτο πράγμα που πρέπει να αποκλείσει κανείς είναι τα οδοντιατρικά αίτια της κακοσμίας.

  

alt

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης     Ιατρός,       Ωτορινολαρυγγολόγος,  Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20131, τηλ.   2741026631,   6944280764, e-mail:

 pharmage@otenet.gr, www.gelis.gr,  www.pharmagel.gr, www.orlpedia.gr, www.allergopedia.gr, www.gkelanto.gr

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ: ΩΡΛ Αλλεργία, Φωνιατρική, Βαρηκοία, Εμβοές των αυτιών, Εφαρμογές ακουστικών βαρηκοίας, Παθήσεις του λάρυγγος, Παθήσεις τραχήλου, Ιατρική διατροφολογία, Συμπληρωματική Ιατρική, Αντιγήρανση, Κόκκινο κρασί και υγεία, βιταμίνη D

Παρά τούτο, τα αίτια της κακοσμίας του στόματος μπορεί να μην είναι οδοντιατρικά, αλλά να εδράζονται στο ανώτερο αναπνευστικό σύστημα, τους παραρρίνιους κόλπους, το ρινοφάρυγγα ή το στοματοφάρυγγα ή στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα, το γαστρεντερικό ή να είναι σε συστηματικά νοσήματα, που απαιτούν τη συνεργασία διαφόρων ειδικοτήτων.

Η επίμονη, δυσεξήγητη κακοσμία του στόματος είναι μια κατάσταση, η οποία αποτελεί πρόκληση για τον Οδοντίατρο και τον Ωτορινολαρυγγολόγο, εφόσον έχουν αποκλειστεί τα οδοντιατρικά αίτια. Δεν είναι λίγο το να διαγνώσεις και να θεραπεύσεις αποτελεσματικά ένα χρόνιο, επίμονο και ενοχλητικό πρόβλημα που βασανίζει πολλούς ανθρώπους. Επί πλέον η έρευνα και η μελέτη της κακοσμίας του στόματος δίδει τη δυνατότητα συνεργασίας των ωτορινολαρυγγολόγων, τόσο μεταξύ τους, όσο και  με οδοντιάτρους και γιατρούς άλλων ειδικοτήτων. Η μη οδοντιατρική κακοσμία του στόματος μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, αρκεί να τεθεί ακριβώς η διάγνωση από τον ωτορινολαρυγγολόγο.



Το παρόν πόνημα είναι προϊόν της επικοινωνίας και της συνεργασίας ωτορινολαρυγγολόγων και οδοντιάτρων, που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη διάγνωση και την αντιμετώπιση της κακοσμίας του στόματος. Η συνεργασία και μέσω αυτής η φιλική σχέση που αναπτύχθηκε μεταξύ των συναδέλφων για τη συγγραφή του παρόντος αποτελεί εγγύηση για τις μελλοντικές έρευνες και συνεργασίες που θα ακολουθήσουν στα επόμενα χρόνια.

 

Πράγματι η δυνατότητα συζήτησης μεταξύ μυημένων συναδέλφων και συνεργατών σε  ένα θέμα κοινού επιστημονικού ενδιαφέροντος αποτελεί σημαντική πηγή ευχαρίστησης. Μέσω αυτής της συλλογικής επιστημονικής δραστηριότητας και δυνατότητας έκφρασης της δημιουργικής μας νόησης βγαίνει  τελικά κερδισμένος ο Έλληνας ασθενής. Βεβαίως το παρόν πόνημα εκφράζει μόνο βασικές απόψεις των συγγραφέων.  Η συγγραφή έγινε με τέτοια μεθοδολογία ώστε να μπορεί στη συνέχεια ο αναγνώστης να ερευνήσει μεγαλύτερα και λεπτομερέστερα συγγράμματα.

 

 H χρόνια κακοσμία του στόματος αποτελεί μόνιμη πηγή άγχους

Η κακοσμία του στόματος, εφόσον μπορεί να γίνει αντιληπτή από τους τρίτους αποτελεί γεγονός, που χρειάζεται διερεύνηση και αντιμετώπιση. Μια κακοσμία του στόματος διερευνάται από τον οδοντίατρο, το στοματολόγο, τον ωτορινολαρυγγολόγο, οι οποίοι μπορεί να χρειαστεί να συνεργαστούν και με γιατρούς άλλων ειδικοτήτων, όπως ο γαστρεντερολόγος, παθολόγος, πνευμονολόγος, διαβητολόγος,  νεφρολόγος κλπ., προκειμένου να τεθεί η ακριβής διάγνωση και ο εντοπισμός των αιτίων της.

 

Η συνεργασία αυτή είναι επιβεβλημένη διότι, αν αποκλειστούν τα καθαρώς στοματικά αίτια (τερηδονισμένοι οδόντες, ουλίτιδα, περιοδοντίτιδα, κλπ., παθήσεις του βλεννογόνου του στόματος, κλπ), τότε πρέπει να ερευνηθούν προσεκτικά ο στοματοφάρυγγας, ο ρινοφάρυγγας, το ανώτερο αναπνευστικό σύστημα με τις παραρρίνιες κοιλότητες, το κατώτερο αναπνευστικό και το γαστρεντερικό σύστημα και η γενική κατάσταση της υγείας του ασθενούς.

Η αντικειμενική έρευνα και αξιολόγηση της κακοσμίας του στόματος μπορεί να γίνει με οργανοληπτικές μετρήσεις και την καταγραφή της εκπομπής αερίων που περιέχουν σουλφίδια σε διάφορα ερευνητικά κέντρα. Στην κλινική πράξη ο γιατρός ή ο οδοντίατρος μπορούν να αξιολογήσουν την απόπνοια του στόματος του ασθενούς και να αντιληφθούν υποκειμενικά την έκταση του προβλήματος, αρκεί να διαθέτοπυν οξεία όσφρηση. 

Το στόμα του υγιούς ατόμου μυρίζει με ένα χαρακτηριστικό λεπτό ευχάριστο άρωμα. Υπάρχουν ποικίλοι παράγοντες, οι οποίοι μπορεί να προσδώσουν στο στόμα μερικών ατόμων  δυσάρεστη οσμή ή δύσοσμη απόπνοια ή δύσοσμη εκπνοή. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να είναι εντοπισμένοι ή συστηματικοί ή συνδυασμός  αυτών των δύο. 

Οι ωτορινολαρυγγολόγοι, εκ της φύσεως των κλινικών εξετάσεων, που είναι υποχρεωμένοι να κάνουν στο στόμα, το φάρυγγα, το λάρυγγα, το ρινοφάρυγγα και τις ρινικές κοιλότητες των ασθενών τους αντιλαμβάνονται αμέσως μια κακοσμία ή τη διαταραχή του φυσιολογικού αρώματος μιας εκπνοής και  μπορεί να είναι οι πρώτοι που ενημερώνουν τους πάσχοντες για την ύπαρξη του προβλήματος.

  

Ο ενδοσκοπικός ή και ο ακτινολογικός έλεγχος των ως άνω περιοχών βοηθάει στον εντοπισμό της εστίας, από την οποία πηγάζει η κακοσμία.

Πριν απ’ όλα αυτά ο ΩΡΛ που αντιλαμβάνεται μια κακοσμία της εκπνοής του ασθενούς, μπορεί να κάνει κατά τη διάρκεια της κλινικής εξέτασης μια παρά πολύ εύκολη έρευνα, που χονδρικά μπορεί να τον βοηθήσει να καταλάβει από ποιο σημείο προέρχεται η κακοσμία.

Ο ΩΡΛ, αφού παραγγείλει στον ασθενή να κλείσει το στόμα του, του δίδει εντολή να εκπνεύσει από τη μύτη. Ο ΩΡΛ κατά τη διάρκεια της ρινικής εκπνοής σκύβει προς το μέρος του αρρώστου και αξιολογεί τη μυρωδιά του εκπνεόμενου αέρα του ασθενούς.

 

Στη συνέχεια δίδει εντολή στον ασθενή να συλλάβει με τα δάκτυλά του τα πτερύγια της μύτης του και να εκπνεύσει από το στόμα. Αν η εκπνοή του ασθενούς μυρίζει κατά τη στοματική εκπνοή, τα αίτια της κακοσμίας εντοπίζονται στο στόμα, ή στη γλώσσα ή στα δόντια ή στις αμυγδαλές ή στο φάρυγγα ή στο ρινοφάρυγγα. Αν η εκπνοή του αρρώστου μυρίζει  κατά τη ρινική εκπνοή, τότε η εστία της κακοσμίας μπορεί να εδράζεται ή στις ρινικές κοιλότητες (τη μία ή αμφότερες), σε κάποια από τις παραρρίνιες κοιλότητες (μία ή περισσότερες), ή το ρινοφάρυγγα.

 

Παρατηρούμε ότι μια κακοσμία που γίνεται αντιληπτή κατά τη στοματική και τη ρινική εκπνοή έχει μεγάλη πιθανότητα να εντοπίζεται στο ρινοφάρυγγα. Σε όλες τις περιπτώσεις που τίθεται υποψία εστίασης του αιτίου μια δύσοσμης εκπνοής από τους ρώθωνες επιβάλλεται να γίνεται ενδοσκοπικός έλεγχος των ρινικών κοιλοτήτων και του ρινοφάρυγγα με ευθύ και εύκαμπτο ενδοσκόπιο και να απεικονίζονται τα ευρήματα.

Σε όλες τις περιπτώσεις επίμονης δύσοσμης εκπνοής από τους ρώθωνες είναι επιβεβλημένο να γίνονται μαγνητικής ή αξονικής τομογραφίας του σπλαγχνικού κρανίου και του ρινοφάρυγγα, προς αποκλεισμό οποιασδήποτε μορφής κακοήθειας σ’αυτές τις περιοχές.

Σε όλες τις περιπτώσεις μιας επίμονης έντονης δύσοσμης εκπνοής από τους ρώθωνες και το στόμα είναι πολύτιμος ο ακτινογραφικός έλεγχος  με αξονική  η μαγνητική τομογραφία των βρόγχων και των πνευμόνων, για να αποκλειστεί η παρουσία σοβαρών παθήσεων των πνευμόνων και  των βρόγχων, του λάρυγγα, του υποφάρυγγα, του φάρυγγα και του ρινοφάρυγγα.

 

Ποτέ δεν χαρακτηρίζετε μια κακοσμία στόματος ως προιόν ψυχοπαθολογίας, αν δεν έχουν πλήρως διερευνηθεί τα οργανικά αίτια 

Πολλά άτομα περιγράφουν στο γιατρό τους με εμφανή νευρωσικό τρόπο το πρόβλημα της κακοσμίας του στόματός τους, το οποίο πρόβλημα μπορεί να είναι υπαρκτό ή ασήμαντο ή φανταστικό. Ποτέ δεν απορρίπτονται τα άτομα αυτά ως ΄΄νευρωσικά΄΄ και ποτέ δεν βαφτίζεται το πρόβλημά τους ψυχογενούς αιτιολογίας, αν δεν αποκλειστούν πρώτα οργανικές παθήσεις.

Η υποκειμενική αντίληψη μιας κακοσμίας του στόματος δεν είναι συνήθως εφικτή, εφόσον το άτομο εφαρμόζει σωστή στοματική υγιεινή. Έτσι οι ασθενείς με κακοσμία του στόματος σπανίως αντιλαμβάνονται το πρόβλημά τους. Οι ασθενείς που παραπονούνται μόνοι τους ότι έχουν επίμονη και συνεχή κακοσμία στόματος συνήθως είναι άτομα που δεν εφαρμόζουν στοματική υγιεινή, πάσχουν από χρονία ρινοκολπίτιδα [2], κάποια κακοήθη νόσο στο ανώτερο ή κατώτερο αναπνευστικό ή έχουν κάποιο σοβαρό πρόβλημα στο ανώτερο γαστρεντερικό σύστημα (π.χ. εκκολπωμάτωση οισοφάγου, γαστροισοφαγική παλινδρόμηση). 

Πρέπει να λέγεται σε κάποιον ότι μυρίζει άσχημα το στόμα του;

Όσοι τολμούν να πληροφορήσουν κάποιον ότι μυρίζει άσχημα το στόμα του ή αναπνοή του, κινδυνεύουν να γίνουν αντιπαθείς. Το να πεις σε κάποιον ότι μυρίζει άσχημα το στόμα του είναι ψυχοτραυματικό και γιαυτό ο πιο ενδεδειγμένος τρόπος για να το πληροφορηθεί κανείς είναι να το μάθει από το γιατρό του ή από πολύ οικεία πρόσωπα του.

Βεβαίως οι ασφαλέστεροι πληροφοριοδότες είναι οι γονείς, ο σύζυγος ή η σύζυγος ή οι στενοί σύντροφοι και συνεργάτες. Οι μητέρες αντιλαμβάνονται οποιαδήποτε αλλαγή των οσμών του παιδιού τους. Όλες οι δύσοσμες εκπνοές από τη μύτη σε παιδιά που αναφέρονται στους ΩΡΛ, κατά κανόνα υποκρύπτουν κάποιο ξένο σώμα που έχει βάλει το παιδί στη ρινική του κοιλότητα και έχει αρχίσει να σήπεται ή να δημιουργεί μια οξεία λοίμωξη και φλεγμονή [11].

Οι επιπτώσεις της κακοσμίας του στόματος στον ψυχισμό των πασχόντων

Ως κακοσμία του στόματος ορίζεται η δυσάρεστη οσμή της εκπνοής  κάποιου, που γίνεται αντιληπτή από τρίτους. Δεν υπάρχει άνθρωπος, που σε κάποια χρονική στιγμή της ημέρας δεν μυρίζει άσχημα το στόμα του. Αυτό δεν σημαίνει ότι τούτο οφείλεται πάντοτε σε παθολογικά αίτια.

Η αντίληψη της δυσάρεστης οσμής του στόματος συνήθως γνωστοποιείται από τους συντρόφους και τους οικείους των πασχόντων. Οι περισσότεροι, που έχουν πληροφορηθεί ότι μυρίζει  δυσάρεστα το στόμα τους, συνειδητοποιούν, σιγά, σιγά, ότι το πρόβλημά τους είναι χρόνιο, δυσεπίλυτο ή και υποτροπιάζον.

Βεβαίως το πρόβλημα, είτε είναι πραγματικό, είτε είναι φανταστικό, επανέρχεται στο νου του πάσχοντος από το βομβαρδισμό των διαφημίσεων στα ΜΜΕ, οι οποίες προβάλλουν ανεύθυνα και χωρίς διάγνωση την αντιμετώπιση της κακοσμίας του στόματος με ποικίλα προϊόντα.  

Η κακοσμία του στόματος αποτελεί ένα μεγάλο παράγοντα αφαίρεσης αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης για πολλά άτομα, εφόσον δεν αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Η χρόνια κακοσμία του στόματος και της δύσοσμης εκπνοής ορισμένων ατόμων αποτέλεσε πυροδοτικό μηχανισμό διάλυσης σχέσεων και γάμων.

Συνεπώς οι ασθενείς με κακοσμία του στόματος πρέπει να αντιμετωπίζονται με εξαιρετική προσοχή, να τους αφιερώνει κανείς πολύ χρόνο, παίρνοντας προσεκτικότατο ιστορικό και να τους οδηγεί σε ασφαλή μόνιμη λύση του προβλήματος.

 Αναφέρεται ότι τα άτομα, τα οποία γνωρίζουν πια, ότι μυρίζει άσχημα το στόμα τους έχουν επισκεφτεί τον ένα οδοντίατρο κατόπιν του άλλου ή τον ένα ΩΡΛ κατόπιν του άλλου και βλέπουν με πολύ δυσπιστία τον νέο θεράποντα, που θα προσπαθήσει να λύσει το πρόβλημα τους.

Αυτή η καχυποψία αίρεται, αν ο οδοντίατρος ή ο ΩΡΛ πείσει τον ασθενή ότι ενδιαφέρεται πολύ να δώσει  λύση στο πρόβλημα, είτε ο ίδιος, είτε με τη συνεργασία άλλων ειδικών. Η εμπιστοσύνη του ασθενούς ενισχύεται, αν ο οδοντίατρος ή ο ΩΡΛ πάρουν λεπτομερέστατο ιστορικό και κάνουν λεπτομερείς κλινικές και εργαστηριακές εξετάσεις στον ασθενή.

Η συχνότητα της κακοσμίας του στόματος

Αν και η κακοσμία του στόματος αφορά μεγάλο αριθμό ατόμων, εν τούτοις είναι δυσχερής η καταμέτρησή τους. Ανεξάρτητα από το μορφωτικό, οικονομικό, επαγγελματικό και κοινωνικό επίπεδο ενός πληθυσμού, το ποσοστό των ανθρώπων με κακοσμία του στόματος μπορεί να φτάσει στο 27.5% [1].

  

Ο Bornstein MM, και οι συνεργάτες του κατέγραψαν την επίπτωση της κακοσμίας του στόματος στην Ελβετία, σε νεανικό ενήλικο πληθυσμό στρατιωτών, χρησιμοποιώντας ένα τυποποιημένο ερωτηματολόγιο και κλινική εξέταση. Βρήκαν λοιπόν ότι η κακοσμία του στόματος αποτελεί πρόβλημα υγείας για το ένα πέμπτο των ερωτηθέντων εικοσάχρονων Ελβετών στρατιωτών [35].

Τοπικοί στοματικοί παράγοντες δημιουργίας της κακοσμίας του στόματος

Η κακοσμία του στόματος οφείλεται κυρίως  σε πτητικές θειούχες ενώσεις, που είναι προϊόντα βακτηριδιακής διάσπασης πρωτεϊνών. Οι πρωτεΐνες αυτές υπάρχουν στα κατάλοιπα των τροφών, των επιθηλιακών κυττάρων, των συστατικών του σιέλου (τα οποία επηρεάζονται από τη σύσταση του, που μπορεί να είναι υδαρής ή βλεννώδης).

  

Η δημιουργία αμινοξέων που περιέχουν θείο, όπως η κυστεΐνη, υφίστανται αναερόβια βακτηριακή διάσπαση. Αποτέλεσμα αυτής της διάσπασης είναι η δημιουργία πτητικών θειούχων χημικών ενώσεων (ΠΘΧΕ), όπως το υδρόθειο (H2S), η μεθυλομερκαπτάνη (CH3SH) [6] και το διμεθυλοσουλφίδιο (CH3SCH3) [36]

Σε ερευνητικά κέντρα, με τη χρησιμοποίηση οργανοληπτικής μεθόδου (χρησιμοποίηση καταμετρητών αερίων) έχουν εντοπιστεί 700 διαφορετικές χημικές ενώσεις στον εκπνεόμενο αέρα από το στόμα.

Κυρίως ανιχνευονται:  Υδρόθειο, μεθυλμερκαπτάνη, διομεθυλσουλφίδιο,  δι- και τρισουλφίδιο. Τα τρία αυτά αέρια  βρέθηκαν αυξημένα σε άτομα με κακοσμία του στόματος.

 

Ο ρόλος των λοιπών χημικών ενώσεων στην κακοσμία του στόματος, όπως οι αμίνες και τα οργανικά οξέα φαίνονται να είναι ασήμαντος.

Άλλες χημικές ενώσεις που μπορούν να συμβάλλουν στην δύσοσμη απόπνοια του στόματος, είναι πτωμαΐνη, η πουτρεσκίνη (διαμίνες), η ακετόνη και η ακεταλδεϋδη [37].  

Επικρατούσα μικροβιακή χλωρίδα στο επίχρισμα της γλώσσας ατόμων με και χωρίς κακοσμία του στόματος

Έχουν εντοπιστεί πολυάριθμα είδη βακτηριδίων που παράγουν ΠΘΧΕ. Μεταξύ αυτών έχουν ενοχοποιηθεί τα Fusobacterium nucleatum, Prevotella intermedia, and Tannerella forsythensis [13].

Η μικροχλωρίδα του στόματος συνίσταται κυρίως από θετικά κατά Gram βακτηρίδια, η οποία όμως εμπλουτίζεται με αρνητικά κατά Gram βακτηρίδια σε καταστάσεις, όπως ο περιορισμός της ροής του σιέλου (ξηροστομία), η περιοδοντική νόσος και η κακή υγιεινή του στόματος.

Τα αρνητικά κατά Gram αναερόβια βακτηρίδια παράγουν υψηλότερα επίπεδα σουλφιδίων και ως εκ τούτου έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να προκαλέσουν στοματική κακοσμία.

Ο Riggio MP, και οι συν, (2008) συνέκριναν τη μικροβιολογική κατάσταση του γλωσσικού επιχρίσματος ασθενών με κακοσμία του στόματος και ατόμων χωρίς κακοσμία του στόματος σε πληθυσμό του Ηνωμένου βασιλείου, χρησιμοποιώντας τεχνικές ανεξάρτητων καλλιεργειών με τα εξής αποτελέσματα.

 

• Χωρίς κακοσμία:  Lysobacter-type species, Streptococcus salivarius, Veillonella dispar, unidentified oral bacterium, Actinomyces odontolyticus, Atopobium parvulum and Veillonella atypica.

• Με κακοσμία: Lysobacter-type species, S. salivarius, Prevotella melaninogenica, unidentified oral bacterium, Prevotella veroralis Prevotella pallens (το συχνότερα απαντώμενο) [38].      

Υπολογίζεται ότι το 80%-90% των περιπτώσεων κακοσμίας του στόματος ή δύσοσμης εκπνοής έχει άμεση σχέση με αιτίες που υπάρχουν μέσα στη στοματική κοιλότητα και αντιμετωπίζεται από τον οδοντίατρο.

  

Η στοματικής αιτιολογίας κακοσμία προέρχεται από την ανεξέλεγκτη οδοντική πλάκα, την περιοδοντική νόσο, την ξηροστομία, τις κακές προσθετικές εργασίες και ιδιαιτέρως τη βακτηριδιακή υπερανάπτυξη στο οπίσθιο τριτημόριο της γλώσσας.

 

Η ράχη της γλώσσας, εξαιτίας των θηλών που είναι εγκατεστημένες, κυρίως στο οπίσθιο τριτημόριό  της, διαμορφώνουν μια πολύ εκτεταμένη επιφάνεια, η οποία παγιδεύει νεκρωμένα επιθηλιακά κύτταρα, λευκοκύτταρα και κατάλοιπα τροφίμων [3,4].

Όλα αυτά εξασφαλίζουν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο γίνεται η βακτηριδιακή διάσπαση και η παραγωγή των πτητικών θειούχων δύσοσμων ενώσεων.

 

Το βούρτσισμα της ράχης της γλώσσας με την οδοντόβουρτσα θα ήταν πολύ επωφελές, αν ήταν εφικτό το βούρτσισμα  της οπίσθιας μοίρας της ράχης της γλώσσας. Οι περισσότεροι αποφεύγουν να βουρτσίζουν τη γλώσσα τους σε βάθος, διότι τους διεγείρεται το αντανακλαστικό του εμέτου.

  

Ο καθαρισμός της ράχης της γλώσσας είναι πραγματοποιήσιμος, όταν αρχίζει από τη μέση της ράχης της γλώσσας και συνεχίζεται προς τα έξω, αλλά αυτό δεν συνεισφέρει στον πλήρη καθαρισμό της. Παρά τούτο βρέθηκε ότι η καθημερινή απόξεση της γλώσσας επί 7 ημέρες έχει σημαντικό αποτέλεσμα στην απομάκρυνση των βακτηριδίων Mutans streptococci και Lactobacili, καθώς και στην ελάττωση της κακοσμίας του στόματος [8].

Τα ξέστρα της ράχης της γλώσσας έχουν χρησιμοποιηθεί από την αρχαιότητα και χρησιμοποιούνται και σήμερα. Πρόκειται για πλαστικά, η μεταλλικά, ή ξύλινα  κοχιλάρια - εργαλεία, με τα οποία αποξέεται η ραχιαία επιφάνεια της γλώσσας και απομακρύνεται οι προσκολλημένοι σ’ αυτήν ρύποι που ευνοούν της κακοσμία. Οι θειούχες πτητικές ενώσεις ελαττώνονται πάνω από το 50% με την απόξεση του γλωσσικού επιχρίσματος [39].

Υπάρχουν επίσης οδοντόβουρτσες με διαμορφωμένη τη ραχιαία επιφάνειά τους σε ξέστρο. Συνήθως τα άτομα ανέχονται, με τον καιρό τα ξέστρα και μαθαίνουν από ποίου σημείου και πέρα, θα εμφανιστεί το αντανακλαστικό του εμέτου. Οι ακίνητες οδοντοστοιχίες που επιτρέπουν την ενσφήνωση και παραμονή τροφών ή παρεμποδίζουν τον αποτελεσματικό καθαρισμό τους ευνοούν την πρόκληση κακοσμίας  [5]. 

Το κάπνισμα μπορεί να αποτελεί άμεσο ή έμμεσο αιτιολογικό παράγοντα κακοσμίας. Τα κατάλοιπα του καπνού ανευρίσκονται στο σάλιο. Επίσης η εκπνοή του καπνιστή που προέρχεται από τους πνεύμονες συμβάλλει στην κακοσμία του στόματος.

Γενικά, η γλώσσα των καπνιστών είναι οιδηματώδης στην άνω επιφάνεια της με υπερτροφία των θηλών και την εμφάνιση τριχών ποικίλου μεγέθους, συνήθως καφεοειδούς χρώματος. Στα άτομα αυτά το στόμα τους είναι μόνιμα έντονα δύσοσμο. Οι καπνιστές παθαίνουν συχνότερα και ευκολότερα περιοδοντική νόσο ή οποία συμμετέχει στην κακοσμία. Τα άτομα με τις παραπάνω αιτίες κακοσμίας βρίσκονται συνεχώς με μια τσίχλα στο στόμα και μασούν καραμέλες.

Βεβαίως το μάσημα τσίχλας επιτρέπει την υπερπαραγωγή σιέλου, πράγμα που συμβάλλει στο ξέπλυμα του στόματος, για λίγο. Έτσι καταπνίγεται προσωρινά ή κακοσμία του στόματος ή παράγεται ένα ανάμεικτο δύσοσμο άρωμα που θυμίζει τα αρωματικά της τσίχλας και το και το αφύσικο  άρωμα του στόματος. Η συχνή χρήση καραμελών ευνοεί την ανάπτυξη τερηδόνας, που επιδεινώνει την κακοσμία και σταδιακά να οδηγήσει ένα άτομο με προδιάθεση στο διαβήτη, να εκδηλώσει τη νόσο.

 

Παθολογικές στοματικές καταστάσεις που συνοδεύονται από κακοσμία του στόματος

Η περιοδοντική νόσος αποτελεί το κυριότερο αίτιο δύσοσμου στόματος ή δύσοσμης εκπνοής συνεπεία της δημιουργίας ενός περιβάλλοντος, το οποίο ευνοεί την παγίδευση καταλοίπων τροφών και νεκρωμένων επιθηλιακών κυττάρων, τα οποία επιτρέπουν την υπερανάπτυξη αναερόβιων βακτηριδίων.

Η κακοσμία του στόματος στα παιδιά εκτός από την παρουσία τερηδόνας και παθήσεων των αμυγδαλών ή των αδενοειδών εκβλαστήσεων σχετίζεται με περιοδοντικές παραμέτρους και ιδιαίτερα το γλωσσικό επίχρισμα [40].

Στο υγιές άτομο οι ουλικοί ιστοί είναι καλά προσαρμοσμένοι στην περιμετρική επιφάνεια του οδόντος και του υποκειμένου οστού. Όμως με την εγκατάσταση και προοδευτική εξέλιξη μιας περιοδοντικής νόσου, οι ουλικοί ιστοί δημιουργούν θυλάκους, στους οποίους μπορεί να παγιδευτούν και να πολλαπλασιαστούν αναερόβια βακτηρίδια, τα οποία εκπέμπουν δύσοσμα θειούχα πτητικά αέρια [10].

  

Ένα ακραίο παράδειγμα καταστροφής του περιοδοντίου είναι οξεία ελκωτική νεκρωτική ουλίτιδα, η οποία συνοδεύεται από εντονότατη κακοσμία του στόματος.

altΟι ασθενείς με ενεργό νόσο του περιοδοντίου επιβάλλεται να αντιμετωπιστούν από ειδικό οδοντίατρο περιοδοντολόγο, ο οποίος όχι μόνο θα αντιμετωπίσει θεραπευτικά τη νόσο, αλλά θα εφαρμόσει και πρόγραμμα θεραπείας συντήρησης του θεραπευτικού αποτελέσματος.

  

Οι ασθενείς εκτός από τη λεπτομερή στοματική υγιεινή που θα πρέπει να εφαρμόζουν, χρησιμοποιώντας το βούρτσισμα των δοντιών με οδοντόκρεμα και τον καθαρισμό των μεσοδοντίων διαστημάτων με οδοντικό νήμα, θα πρέπει  να κάνουν:

1. Στοματοπλύσεις με διάλυμα χλωρεξιδίνης 0,2% (όχι περισσότερο από 7 ημέρες, δι ότι μαυρίζει τα δόντια).

2. Πολύ συχνές στοματοπλύσεις με υδατικό διάλυμα αιθερίων ελαίων που δεν περιέχει οινόπνευμα (π.χ. Rochalitex drops, 3-4 σταγόνες σε ένα ποτήρι νερό) 3-4 φορές ημερησίως στην αρχή, και στη συνέχεια μια-δυο φορές ημερησίως)

3. Στοματοπλύσεις και γαργαρισμούς με διάλυμα αγνής Αλόης και εκχυλίσματος νερατζιού [Evosmin mouthwash], 3-4 φορές την ημέρα. Το Evosmin δεν συνοδελυεται από παρενέργειες, είναι φυσικό προίόν και μπορεί να χρησιμοποιείται καθημερινώς συμπληρωματικά για τη διατήρηση της υγιεινής του στοματοφάρυγκα, καθώς καθαρίζει εξαιρετικά και τις αμυγδαλές, που μπορεί να είναι η εστία τηςalt κακοσμίας. 

Η μη χειρουργική περιοδοντική θεραπεία και στοματική υγιεινή με στοματοπλύσεις  χλωρεξιδίνης και κετυλπυριδινίου περιορίζουν σημαντικά την κακοσμία του στόματος περιοδοντικής προέλευσης [41]. 

 

Υπάρχουν στο εμπόριο ειδικών σχημάτων και μορφών οδοντόψηκτρες, με τις οποίες μπορεί να καθαρίζονται δυσπρόσιτες επιφάνειες δοντιών και γεφυρών. Στις οξείες περιπτώσεις περιοδοντικής λοίμωξης  μπορεί να χορηγηθεί μετρονιδαζόλη  (Flagyl) 400mgX3 ημερησίως για 5 ημέρες.

 

Αν και η Candida αυτή καθ’ αυτή δεν προκαλεί κακοσμία του στόματος, οι στοματικές καταστάσεις,  όπως ο περιορισμός της ροής του σιέλου (ξηροστομία ποικίλων βαθμών) και η κακή στοματική υγιεινή συμβάλλουν άμεσα στην εκδήλωση της κακοσμίας του στόματος. Οι ασθενείς με μυκητιασική στοματοφαρυγγίτιδα από ολικές οδοντοστοιχίες, σύνήθως έχουν δύσοσμο στόμα.

Η συσσώρευση βακτηριδιακής πλάκας στη γλώσσα, η ξηροστομία, ο καύσος του στόματος, η μη αφαίρεση των ολικών οδοντοστοιχιών και το χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης είχαν σημαντική σχέση με την κακοσμία του στόματος ηλικιωμένων που έφεραν ολικές οδοντοστοιχίες [42]. 

 

Στις καταστάσεις με κακή στοματική υγιεινή περιλαμβάνονται η ελλιπής καθαριότητα των ολικών οδοντοστοιχιών των ηλικιωμένων, η οποία ευνοεί την ανάπτυξη στοματοφαρυγγίτιδας εξ οδοντοστοιχιών. Επιβάλλεται η τήρηση της υγιεινής της γλώσσας (απόξεση), το βούρτσισμα των οδοντοστοιχιών με απλή σκληρή βούρτσα και οδοντόκρεμα αμέσως μετά το φαγητό, η αφαίρεση τους κατά τον ύπνο και η εμβάπτιση τους σε ένα δοχείο με νερό και μαγειρική σόδα [42]. 

Σε αρκετές περιπτώσεις η στοματοφαρυγγική μυκητίαση απαιτεί τοπική εφαρμογή αντιμυκητιασικού νυστατίνης (Nystamycin oral susp. σε δόση: 100.000 μονάδες, που τοποθετούνται στο στόμα και  γίνονται στοματοπλύσεις ανά 6ωρο, επί δεκαήμερο) και τη λήψη αντιμυκητιασικού από το στόμα, όπως η φλουκοναζόλη [24](Fungustatin καψάκιο των 150mg, που χορηγείται μια φορά, εφ’άπαξ).

 

Άλλοτε πάλι είναι αναγκαία η αντικατάσταση των οδοντοστοιχιών με νεοκατασκευασμένες, διότι το ακρυλικό των παλαιών έχει διηθηθεί από τους μύκητες.  Χρησιμότατες στην κακοσμία του στόματος από μυκητιασική στοματοφαρυγγίτιδα είναι οι στοματοπλύσεις και γαργαρισμοί με Evosmin, καθώς τα συστατικά του διαθέτουν και αντιμυκητιασικές δυνατότητες [54].

Έχει ήδη αναφερθεί ότι ο περιορισμός της παραγωγής σιέλου συμβάλλει στην κακοσμία του στόματος(25). Όλες οι καταστάσεις που συνοδεύονται από ξηροστομία συνοδεύονται από κακοσμία του στόματος. Σ’ αυτές περιλαμβάνονται οι διαταραχές της λειτουργίας του νευροφυτικού συστήματος, τα εμπύρετα νοσήματα, οι καταστάσεις που συνοδεύονται από αφυδάτωση, τα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως το σύνδρομο Sjögren, καταστάσεις που τα άτομα αναπνέουν μόνο από το στόμα (π.χ. όσοι ροχαλίζουν), η λήψη αντιχολινεργικών φαρμάκων, αντιισταμινικών, τρικυκλικών αντικαταθλιπτικών (αντιχολινεργικά αποτελέσματα), διουρητικά.

Ξηροστομία μπορεί να εμφανίσουν μερικά άτομα για ψυχογενείς λόγους, τα άτομα που βρίσκονται υπό μηχανική αναπνοή και έχουν λάβει προαναισθητική αγωγή με μορφίνη και σκοπολαμίνη. Καταστάσεις περιορισμένης τροποποιημένης ή πλήρους κατάργησης της έκκρισης σιέλου μπορεί να προκληθούν από λοιμώξεις και ιδιαίτερα από νευρογενείς ή ορμονικές δυσλειτουργίες.

Οι μακρόχρονες περίοδοι αναισθησίας μετά από τραχειοστομία και οι μεταβολικές διαταραχές που σχετίζονται με προκωματώδεις ή κωματώδεις καταστάσεις συνοδεύονται από ξηροστομία. Τα άτομα της τρίτης ηλικίας έχουν περιορισμένη ροή σιέλου, είτε λόγω ατροφίας των σιελογόνων αδένων, είτε διότι λαμβάνουν φάρμακα που προκαλούν ξηροστομία. Σοβαρή αιτία ξηροστομίας και κακοσμίας στόματος είναι η λήψη υψηλών δόσεων ακτινοβολίας στις περιοχές του προσώπου και του τραχήλου για νεοπλασίες αυτών των περιοχών.

altΣτις περιπτώσεις ξηροστομίας που συνοδεύεται από κακοσμία του στόματος επιβάλλεται η λήψη επαρκών ποσοτήτων υγρών, η εφαρμογή συστηματικής και λεπτομερούς στοματικής υγιεινής και η συχνή χρήση τεχνητού σιέλου κατά τη διάρκεια της ημέρας erogkelin spray).

Η χρήση του Χerogkelin spray δημιουργεί ένα προστατευτικό φίλμ στο βλεννογόνο του στόματος και του φάρυγγα, πράγμα που αφαιρεί την αίσθηση της ξηρότητας και αποτρέπει την ανάπτυξη αναεροβίων βακτηριδίων, που τελικά παράγουν δύσοσμα πτητικά αέρια.

Στην περίπτωση που παρά τη χρήση του Χerogkelin spray εξακολουθεί να μυρίζει δυσάρεστα το στόμα του ασθενούς μπορεί να γίνονται στοματοπλύσεις υδατικό διάλυμα σταγόνων αιθερίων ελαίων χωρίς οινόπνευμα Rochalitex drops. Το Rochalitex drops εκτός από την ισχυρότατη αποσμητική δράση του στο στόμα ανακουφίζει και το μη παθολογικό ή καλόηθες ροχαλητό.

Οπωσδήποτε η χρησιμοποίηση καθαρής μαστίχας Χίου διεγείρει τη ροή του σιέλου βοηθάει στο ξέπλυμα του στόματος και την επαναμετάλλωση αρχομένων εστιών οδοντικής τερηδόνας, χωρίς να περιέχει χημικά συντηρητικά.  

Παρά τούτο, τόσον η μαστίχα Χίου, όσο και οι τσίχλες προσδίδουν στο στόμα μια αποδεκτή και ευχάριστη ος για βραχύ χρονικό διάστημα, χωρίς να περιορίζουν την παραγωγή των δύσοσμων θειούχων πτητικών χημικών ενώσεων στη στοματική κοιλότητα.

Το ίδιο αποτέλεσμα επιφέρουν και οι τσίχλες ξυλιτόλης χωρίς ζάχαρη. Επίσης είναι αμφιλεγόμενη η χρήση τσίχλας που περιέχει γλυκαντικές ουσίες, όπως η ασπαρτάμη. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα ανακοινώσεις ο κίνδυνος πρόκλησης καρκινογένεσης από τις γλυκαντικές ουσίες είναι ασήμαντος [27]. 

Η κακοσμία στόματος που εκδηλώνεται μετά από  τραυματισμούς του βλεννογόνου μπορεί να αντιμετωπιστεί με το διάλυμα μετρονιδαζόλης 1%,  0.75% ή 0.80% gel. Η μετρονιδαζόλη περιορίζει τα τραυματικά απεκκρίματα, βελτιώνει την εμφάνιση των τραυμάτων, ελαττώνει την γύρω από το τραύμα κυτταρίτιδα, ανακόπτει τη νέκρωση των ιστών και περιορίζει τον πόνο. Σε μερικούς ασθενείς μπορεί να προκαλέσει αίσθημα καύσου στη στοματική κοιλότητα [51].

Η κακοσμία του στόματος μετά χειρουργική αφαίρεση 3ου γομφίου αυξάνει την πρώτη εβδομάδα και σταδιακά περιορίζεται μέσα σε 15 ημέρες. Οι στοματοπλύσεις μεδιάλυμα Evosmin  είναι αποτελεσματικές σε σύγκριση με 7.5% polyvinylpyrrolidone iodine (Pvp), 0.15% benzydamine hydrochloride (Bzd) και φυσιολογικό ορό [54]

Παθολογικές καταστάσεις του ανώτερου αναπνευστικού, που συνοδεύονται από κακοσμία

Μια χρόνια ρινοκολπίτιδα επηρεάζει τη δυνατότητα της φυσιολογικής λειτουργίας του κροσσωτού επιθηλίου που καλύπτει  τις ρινικές και παραρρίνιες κοιλότητες. Αυτή η δυσλειτουργία επηρεάζει την καθαριστική ιδιότητα των κροσσών, πράγμα που επιτρέπει τη στάση και λίμναση των εκκρίσεων, τον υπερπολλαπλασιασμό των παθογόνων βακτηριδίων.

Η χρόνια λίμναση των εκκρίσεων στους παραρρίνιους κόλπους και ο χρόνιος οπισθορρινικός κατάρρους δύσοσμων εκκρίσεων προκαλεί την αναπαραγωγή δύσοσμης απόπνοιας κυρίως από τη μύτη αλλά και από το στόμα [26].

Το μπούκωμα της μύτης που συνοδεύει μια ρινοκολπίτιδα και η στοματική αναπνοή του αρρώστου με τη συνοδό ξηροστομία ευνοούν την εκδήλωση κακοσμίας από το στόμα, ιδίως της πρωινές ώρες. Η πρωινή κακοσμία αυτού του τύπου διαφέρει από την φυσιολογική πρωινή κακοσμία που παρατηρείται στην πλειοψηφία των ανθρώπων. Η πρωινή κακοσμία του στόματος είναι καλοήθης και υποχωρεί μόλις πάρει κανείς πρωινό και πλύνει το στόμα του.

Η ρινοκολπίτιδα αντιμετωπίζεται ανάλογα με το αίτιο της. Τα συνήθη γνωστά βακτηρίδια, ήτοι ο Streptococcus pneumoniae, Haemophilus influenzae και Moraxella catarrrhalis αντιμετωπίζονται συνήθως επιτυχώς με αμοξυκιλίνη + κλαβουλανικό, (Augmentin), κεφακλόρη (Ceclor), αξετυλική κεφουροξίμη (Zinadol) κ.α..

Οι ανθεκτικές χρόνιες και δυσίατες ρινοκολπίτιδες αποτελούν αιτία μακροχρόνιας κακοσμίας ποικίλης έντασης και πρέπει να ερευνώνται για την ανακάλυψη του αιτίου τους..

altΣτις ρινοκολπίτιδες, εκτός από τη χορήγηση αντιβιοτικών απαραίτητες είναι και οι συχνές, καθημερινές ρινοπλύσεις με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού με σταθεροποιημένο pH (Osmoclean hypertonic nasal spray) και οι ρινικοί ψεκασμοί με σησαμέλαιο, μαστιχέλαιο και βιταμίνη Ε (Rhinosisam nasal spray).

 

 To Rhinosisam ενισχύει τη λειτουργία του βλεννοκροσσωτού επιθηλίου του βλεννογόνου της μύτης. Αν η ρινοκολπίτιδα εγκαθίσταται σε αλλεργικό υπόστρωμα μπορεί να χορηγηθεί και κάποιο ενδορρινκό σπρεϊ τοπικού κορτικοστεροειδούς π.χ. η βουδεσονίδη, μομεταζόνη, φλουτικαζόνη, κ.α.

 Οι συνεχείς ρινοπλύσεις και ο καθαρισμός των ρινικών κοιλοτήτων δεν επιτρέπουν τη διακίνηση του οπισθορρινικού κατάρρου, που λιμνάζει στη ρίζα της γλώσσας και δημιουργεί επίμονη κακοσμία.

Ο οπισθορρινικός κατάρρους συνήθως συμβάλλει στη διατήρηση της χρονίας ρινοφαρυγγίτιδας που συνοδεύεται από χρόνια και επίμονη κακοσμία του στόματος.

Όλες οι ανεξήγητες κακοσμίες στόματος πρέπει να ερευνώνται για την παρουσία χρονίας ρινοφαρυγγίτιδας. Η διάγνωση τίθεται κάνοντας επάλειψη της οπίσθιας επιφάνειας της μαλθακής υπερώας με τολύπιο βάμβακος, που έχει τοποθετηθεί στο κεκαμένο άκρο βαμβακοφόρου στυλεού και έχει εμποτιστεί με υδατικό διάλυμα χλωριούχου ψευδαργύρου (ZnCl2) 1%.

 

H διαγνωστική επάλειψη είναι επώδυνη σε ποικίλο βαθμό, εφ’ όσον υπάρχει ενεργή ρινοφαρυγγίτιδα. Μερικές φορές ο πόνος συνοδεύεται και από αποβολή αίματος, το οποίο είναι κολλημένο στο βαμβάκι του στυλεού ή το αποπτύει ο ασθενής. Η θεραπεία της χρονίας ρινοφαρυγγίτιδας επιτυγχάνεται με τις καθημερινές επαλείψεις του ρινοφάρυγγα με το διάλυμα του ZnCl2 1%. Σε επίμονες καταστάσεις κακοσμίας μπορεί να απαιτηθεί καθημερινή επάλειψη επί 30 ημέρες.

Στο διάστημα αυτό ανανεώνεται ο βλεννογόνος του ρινοφάρυγγα και απομακρύνονται όλες οι φωλιές βακτηριδίων που παρήγαγαν θειούχα δύσοσμα πτητικά αέρια που διατηρούσαν την κακοσμία [22].

Συστηματικές καταστάσεις που συνοδεύονται από κακοσμία του στόματος

Μερικές συστηματικές νόσοι συνοδεύονται από κακοσμία του στόματος, η οποία στην ουσία είναι μια χαρακτηριστική για τη νόσο δυσοσμία του εκπνεόμενου αέρα. Η παρουσία μιας δύσοσμης εκπνοής που διαρκεί αρκετές ημέρες μπορεί να σημαίνει ότι υπάρχει κάποια παθολογοανατομική οντότητα σε κάποιο σημείο του κατώτερου αναπνευστικού, στο οποίο παράγονται δύσοσμα πτητικά αέρια.

Τα προϊόντα του μεταβολισμού που παράγονται σε ορισμένες συστηματικές παθήσεις είναι δύσοσμες πτητικές χημικές ενώσεις, οι οποίες αφού εισέλθουν στην κυκλοφορία εξέρχονται δια των πνευμόνων, προσδίδοντας στην εκπνοή του ασθενούς τη χαρακτηριστική για τη νόσο δύσοσμη απόπνοια.

 

 Ο ασθενής με παράπονο δύσοσμης εκπνοής παραπέμπεται σε ωτορινολαρυγγολόγο, που κάνει άμεση ενδοσκοπική ρινο-φαρυγγολαρυγγοσκόπηση και έμμεση τοιαύτη με το κλασσικό λαρυγγικό κάτοπτρο.

Σε περιπτώσεις μιας βρογχικής ή πνευμονικής κακοήθειας ο ασθενής μπορεί να έχει έντονα δύσοσμη εκπνοή, την οποία αισθάνεται αμέσως ο εξεταστής. Αν κάτι τέτοιο γίνει αντιληπτό απαιτείται αμέσως ακτινογραφικός έλεγχος του θώρακος και λεπτομερής εξέταση από πνευμονολόγο.

Μερικές οσμές που εκπέμπονται με την εκπνοή από το στόμα ασθενών είναι παθογνωμονικές, όπως η ΄΄φρουτώδης απόπνοια της διαβητικής κετοξέωσης, λόγω υπερπαραγωγής στο ήπαρ και συσσώρευσης κετονικών σωμάτων (ακετοξικό β-υδροξυβουτυρικό και ακετόνη) στο αίμα της συστηματικής κυκλοφορίας και της αποβολής τους δια των πνευμόνων.

Στην κίρρωση υπάρχει χαρακτηριστική απόπνοια μούχλας ή μπαγιατίλας (foetor hepaticus).

Oι υγιείς άνθρωποι δεν έχουν κακοσμία στόματος γαστρεντερικής αιτιολογίας, καθώς τα αέρια από την ανώτερη μοίρα του γαστρεντερικού σωλήνα δεν αναμειγνύονται με τον εκπνεόμενο αέρα. Ο εμετός , η ερυγές επιτρέπουν μεν την αποβολή οσμών, οι οποίες όμως αντικειμενικά δεν διαρκούν επί μακρόν.

Η κατακράτηση, η λίμναση και η σήψη άπεπτων ή τροφών, που μερικώς έχουν πεφθεί, όπως τούτο συμβαίνει, όταν υπάρχει οισοφαγοφαρυγγικό εκκόλπωμα (εκκόλπωμα του Zenker) [28]συνοδεύεται από κακοσμία του στόματος.

 

Υπάρχει επιβεβαιωμένη σχέση της γαστρoοισοφαγικής παλινδρόμησης (ΓΟΠ) και της κακοσμίας του στόματος [43]Έχει περιγραφεί μετά από έρευνα πασχόντων από ΓΟΠ , που συγκρίθηκαν με υγιείς μάρτυρες ότι, όταν υπάρχει ΓΟΠ δημιουργείται ξηροστομία, αίσθημα καύσου του στόματος, υποκειμενική κακοσμία του στόματος και ερύθημα της σταφυλής, της μαλθακής και σκληράς υπερώας. Τα ανωτέρω ευρήματα δεν παρατηρήθηκαν στους μάρτυρες της έρευνας χωρίς ΓΟΠ . (P < 0.05) [44].

Ο Αdler και συν βρήκαν σε μια ομάδα 124 ασθενών, που έπασχαν από διάφορες γαστρικές νόσους ότι οι 46 ασθενείς ανέφεραν την παρουσία οπισθοστερνικο καύσου, όξινης γεύσης,  κακοσμίας του στόματος και γλωσσικής υπερπλασίας και 78 ασθενείς με άλλα συμπτώματα. Με μεθόδους ιστοπαθολογίας και μοριακής βιολογίας βρήκαν στη στοματική κοιλότητα των  46 από το σύνολο των ασθενών  την παρουσία του Ελικοβακτηριδίου του πυλωρού (Helicobacter pylori). Τούτο επιδεικνύει συσχέτιση του Ελικοβακτηριδίου και της ύπαρξης των αναφερομένων συμπτωμάτων [7].

Μια λοίμωξη, μια φλεγμονή ή μια κακοήθεια σε κάποια περιοχή του γαστρεντερικού σωλήνα ή των κατωτέρων αναπνευστικών οδών περιλαμβανομένου και στοματοφάρυγγα, των παρίσθμιων αμυγδαλών και της γλωσσικής αμυγδαλής μπορεί να συνοδεύεται από επίμονη δύσοσμη στοματική απόπνοια.

Η διαταραγμένη χλωρίδα του εντέρου μπορεί να εκδηλωθεί κλινικά με επίμονη χρόνια κακοσμία του στόματος, η οποία μπορεί να αντιμετωπιστεί με τον αποκλεισμό της ζάχαρης, γλυκών, αμυλούχων τροφών, αύξηση των ωμών λαχανικών, αποφυγή λήψης μεγάλων ποσοτήτων φρούτων και συστηματική καθημερινή λήψη προβιοτκών. Το προβιοτικό πρέπει να λαμβάνεται 20 λεπτά πρό του φαγητού, επί δύο μήνες. Η κάψουλα του προβιοτικού αφήνεται να διαλυθεί στη στοματική λκοιλότητα και μετά καταπίνεται.

  

Η συσσώρευση υπολειμμάτων τροφής, που έχουν αναμειχθεί με αποπεπτωκότα επιθηλιακά κύτταρα του βλεννογόνου, εισφρύουν στις αμυγδαλικές κρύπτες και γίνονται ορατές ως λευκές κηλίδες, που εκλαμβάνονται από τους ασθενείς ως πύον. Πιέζοντας την αμυγδαλή με το γλωσσοπίεστρο εξέρχεται από τις κρύπτες το συμπυκνωμένο και έντονα δύσοσμο υλικό. Η χρόνια παραμονή του δύσοσμου αυτού υλικού στην αμυγδαλική κρύπτη ευνοεί την απορρόφηση ασβεστίου και το σχηματισμό αμυγδαλολίθων ή κρυπτολίθων [29, 30].

Τα αναερόβια βακτηρίδια που έχουν ανιχνευτεί στους αμυγδαλολίθους ανήκουν στα γένη Eubacterium, Fusobacterium, Megasphaera, Porphyromonas, Prevotella, Selenomonas and Tannerella, . Αυτά όλα παράγουν δύσοσμες πτητικές θειούχες ενώσεις. Η ηλεκτρονική μικροσκόπηση αποκάλυψε κοκκία και ραβδία στην επιφάνειά τους και ραβδία κυρίως μέσα στις αμυγδαλικές κρύπτες. Οι αμυγδαλόλιθοι είναι πηγή συνεχούς κακοσμίας του στόματος, που αντιμετοπίζεται με την κάθαρση των αμυγδαλικών κρυπτών με υπερήχους, ή με αμυγδαλεκτομή.  

Οι εξελκώσεις στο φάρυγγα, η χρονία αμυγδαλίτιδα, οι τραυματικές εσχάρες μετά από αμυγδαλεκτομή η χρονία βρογχίτιδα, η πνευμονία, η βρογχεκτασία και η φυματίωση όλα έχουν αναφερθεί ότι συνοδεύονται από κακοσμία του στόματος ή δύσοσμη εκπνοή από το στόμα.  Στις παραπάνω περιπτώσεις επιδιώκεται η αναγκαία θεραπεία (χειρουργική ή μη χειρουργική) από τον ωτορινολαρυγγολόγο και γίνονται συχνές και συστηματικά μακροχρόνιες στοματοπλύσεις και γαργαρισμοί με το Evosmin

Αποκλεισμός της μη οργανικής αιτιολογίας ή ψυχογενούς κακοσμίας του στόματος

Η κακοσμία του στόματος μπορεί να είναι μια φανταστική κατάσταση ή να μεγαλοποιείται στη σκέψη μερικών ανθρώπων που δεν έχουν ψυχική ισορροπία η υγεία.

Η κατάθλιψη, το σωματοποιημένο άγχος το οργανικό εγκεφαλικό σύνδρομο, η επιληψία του κροταφικού λοβού και η σχιζοφρένεια έχουν συσχετιστεί με την ψυχογενή κακοσμία του στόματος.

Σε μερικές περιπτώσεις αναφέρεται και η στοματοκακοσμική φοβία, δηλαδή η παρουσία παθολογικού φόβου που αναφέρει κάποιος ότι πιθανόν μυρίζει άσχημα το στόμα του. Ακόμη και επί απουσίας ψυχικής νόσου, η παρουσία κακοσμίας του στόματος σε κάποια άτομα είναι φανταστική. Τα άτομα αυτά ζητούν επίμονα οδοντιατρική και ΩΡΛ βοήθεια, αλλάζοντας επί μακρόν γιατρούς και απογοητεύονται διαρκώς, όταν τους λέγουν ότι δεν ανιχνεύουν οι γιατροί τους την αντικειμενική παρουσία κακοσμίας.

Υποστηρίζεται η άποψη ότι η φανταστική κακοσμία του στόματος, που ισχυρίζονται κάποιοι ότι έχουν, βασίζεται στην αντίληψη των άλλων και τη στάσης τους προς την κακοσμία του στόματος μάλλον, παρά στην παρουσία ενός πραγματικού προβλήματος κακοσμίας στόματος. Υπάρχουν βιβλιογραφικά δεδομένα που υποστηρίζουν ότι η αρνητική συμπεριφορά των άλλων μπορεί να ενισχύσει την φανταστική κακοσμία του στόματος ή την ψυχαναγκαστική συμπεριφορά, η οποία προδιαθέτει στην ψυχική νόσο.

Σ’ αυτές τις περιπτώσεις οι ασθενείς πρέπει να ενημερώνονται ότι δεν έχει σημασία η γνώμη των άλλων ή οι περιπτώσεις που νομίζουν ότι τους αποφεύγουν οι άλλοι για την κακοσμία του στόματος τους, πραγματική η φανταστική οφείλεται σε άλλα κοινωνικά ή συμπεριφορικά αίτια. Τα άτομα με φανταστική κακοσμία του στόματος πιστεύουν ότι πάσχουν από κακοσμία του στόματος, παρά το γεγονός ότι το στόμα τους αντικειμενικά δεν μυρίζει άσχημα. Η αντιμετώπιση αυτών των ατόμων αποτελεί πρόκληση για τον θεράποντα ιατρό τους.

Μια απλή και καινοτόμος τεχνική αξιολόγησης της οσμής του στόματος αυτών των ατόμων είναι να τους δοθούν πλαστικοί σάκοι, τους οποίους φουσκώνουν με τον εκπνεόμενο αέρα τους. Οι πλαστικοί σάκοι δίδονται σε υγιείς εθελοντές, οι οποίοι στα τυφλά μυρίζουν τον αέρα των συλλεγέντων σάκων και αξιολογούν αν είναι δύσοσμος. Τα αποτελέσματα παραδίδονται προς εφησυχασμό στους φοβικούς ασθενείς [30]. 

Σε περιπτώσεις ψυχοσωματικής κακοσμίας του στόματος, αφού γίνει λεπτομερής οδοντιατρικός και ΩΡΛ έλεγχος και βρεθεί ο ασθενής υγιής, καθησυχάζεται. Ο εξεταστής που πιστεύει ότι το στόμα του ασθενούς είναι υγιές,  του αναφέρει ότι η στοματική του αναπνοή εκπέμπει ένα άρωμα υγείας χωρίς υπέδαφος ασθενείας.

Αν όμως ο ασθενής αντιμετωπιστεί λανθασμένα μπορεί να επιδεινωθεί η ψυχολογική του κατάσταση. Του συστήνεται ή εφαρμογή λεπτομερούς υγιεινής του στόματος ή χρήση μαστίχας Χίου και οι συχνές στοματοπλύσεις με υδατικό διάλυμα μείγματος ειδικών αιθερίων ελαίων χωρίς οινόπνευμα (Rochalitex drops) [21] και Evosmin, πολλές φορές την ημέρα.

Αν επιμείνει ο ασθενής ότι μυρίζει το στόμα του, δεν χρειάζεται να γίνει φιλονικία ή απόρριψη του ασθενούς ή αντιστρόφως απόρριψη του ιατρού από τον ασθενή. Ο ιατρός είναι ψύχραιμος και υπενθυμίζει στον άρρωστο ότι το κύριο πρόβλημα του είναι το ποια γνώμη έχουν οι άλλοι για τη μυρωδιά του στόματος του, παρά αυτό το ίδιο το πρόβλημα της κακοσμίας.

Αρκετές φορές κάποιος που έχει κακοσμία στόματος εφευρίσκει ότι μυρίζει άσχημα το στόμα του ή της συντρόφου του, διότι πιστεύει ότι ο ή η σύντροφός του έχει αρνητική στάση για τη δική του κακοσμία. Σε κάθε περίπτωση δύσκολης ψυχοσωματικής κακοσμίας του στόματος ο θεράπων ιατρός θα κάνει πολύ καλά να συστήσει στον ασθενή του να πάρει τη γνώμη ενός κλινικού ψυχολόγου ή ψυχοθεραπευτή [31].  

Μη παθολογικά αίτια κακοσμίας του στόματος

Το στόμα των περισσοτέρων ανθρώπων έχει μια άσχημη απόπνοια αμέσως μετά την πρωϊνή έγερση, που μπορεί να δυσαρεστεί τον σύντροφο ή τη σύντροφο ή το ίδιο το άτομο. Τούτο οφείλεται στο ότι η φυσιολογική παραγωγή σιέλου κατά τη διάρκεια του ύπνου ελαττώνεται κατά το 10% της ποσότητας που εκκρίνεται κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Δεδομένου ότι κατά τον ύπνο υπάρχει ένας σχετικός περιορισμός της δραστηριότητας της γλώσσας και των μασητηρίων μυών, ο παραγόμενα σίελος λιμνάζει για μακρές χρονικές περιόδους σε ορισμένες περιοχές του στόματος, ανάλογα με τη στάση ή τοποθέτηση της κεφαλής με αποτέλεσμα η μικρή ή μεγάλη ξηροστομία που προκαλείται να ευνοεί τον πολλαπλασιασμό της φυσιολογικής βακτηριδιακής χλωρίδας του στόματος και την παραγωγή πτητικών δύσοσμων αερίων. Τούτο προκαλεί δυσοσμία του στόματος και στα απολύτως υγιή άτομα [32].

Με τον ίδιο μηχανισμό προκαλείται πρωινή κακοσμία του στόματος στα άτομα με δυσχέρεια ρινικής αναπνοής (ανατομικής ή λειτουργικής αιτιολογίας), τα οποία στην πλειοψηφία τους ροχαλίζουν.

 Ένας από τους μηχανισμούς πρόκλησης ροχαλητού είναι και η στοματική αναπνοή. Η στοματική αναπνοή μερικών ατόμων, χωρίς να έχουν ρινική παθολογία καθώς και όσων ροχαλίζουν οδηγεί σε πρωινή κακοσμία του στόματος. Η πρωινή κακοσμία του στόματος υποχωρεί μόλις λάβει τροφή το άτομο, ακολουθήσει λεπτομερής στοματική υγιεινή.

Συνιστάται οπωσδήποτε να βουρτσίζει κανείς τα δόντια του και τη ράχη της γλώσσας του σε περίπτωση που φάγει κυρίως γαλακτοκομικά και ιδίως τυρί. Η πόση πράσινου τσαγιού, χρήση μαστίχας Χίου και αιθερίων ελαίων (Rochalitex drops) είναι ευεργετική στην απομάκρυνση οποιουδήποτε ίχνους κακοσμίας [32]. Μετά από νηστεία και πάλι προκαλείται φυσιολογικά κακοσμία του στόματος, η οποία υποχωρεί μόλις λάβει τροφή το άτομο.

Ορισμένες τροφές προκαλούν έντονη κακοσμία του στόματος το επόμενο 24ωρο μετά τη λήψη τους σ’ αυτές περιλαμβάνονται τα κρεμμύδια, σκόρδο, ζωικά λίπη, καρυκεύματα και τα οινοπνευματώδη ποτά κυρίως κρασί, ουίσκι, ούζο, κλπ. Η κακοσμία οφείλεται στην αποβολή των προϊόντων του μεταβολισμού αυτών των τροφίμων υπό μορφή δύσοσμων πτητικών αερίων δια των πνευμόνων(33). Ορισμένες γυναίκες γόνιμης ηλικίας έχουν χαρακτηριστική οσμή στο στόμα τους κατά την προεμμηνορροϊκή φάση της περιόδου τους, χωρίς να μπορεί  κανείς να την θεωρήσει ως κακοσμία. 

 

H κακοσμία του στόματος και η χρήση του πράσινου τσαγιού

Το πράσινο τσάϊ αποτελεί μια σημαντική πηγή πολυφαινολικών αντιοξειδωτικών ουσιών. Οι πολυφαινόλες, στις οποίες περιλαμβάνεται και η γαλλική επιγαλλοκατεχίνη 3 [epigallocatechin 3 gallate (EGCG)]  αποτελούν το πιο ενδιαφέρον συστατικό των φύλλων του πράσινου τσαγιού.

Το πράσινο τσάι έχει τη δυνατότητα να προστατεύει από ποικίλες κακοήθεις, καρδιαγγειακές και μεταβολικές νόσους. Υπάρχουν σήμερα σημαντικές ανακοινώσεις, στις οποίες περιγράφονται τα επωφελή αποτελέσματα του πράσινου τσαγιού και των πολυφαινολών του στη στοματική υγεία.

Το πράσινο τσάϊ προστατεύει από τα βακτηρίδια, που προκαλούν την τερηδόνα. Οι πολυφαινόλες του πράσινου τσαγιού διαθέτουν αντιικές ιδιότητες και πιστεύεται ότι βοηθούν στην προστασία κατά του ιού της γρίπης. Επιπρόσθετα, οι πολυφαινόλες του πράσινου τσαγιού μπορεί να εξαφανίσουν την κακοσμία του στόματος, διότι τροποποιούν τις δύσομες πτητικές θειούχες ουσίες που πράγονται από τη μικροβιακή χλωρίδα του στόματος.

Το οξειδωτικό στρες της στοματικής κοιλότητας και η φλεγμονή, που είναι τα επακόλουθα του καπνίσματος και των τοξικών συστατικών που παράγονται με τον καπνό, όπως η νικοτίνη και ακρολεϊνη, μπορεί να περιοριστούν από την παρουσία των πολυφαινολών του πράσινου τσαγιού. Γενικά το πράσινο τσάι αμύνεται τους υγιείς ιστούς και κύτταρα από τους κακοήθεις μετασχηματισμούς και τοπικά ασκεί απόπτωση στα στοματικά καρκινικά κύτταρα [52]

·

Αντιμετώπιση της κακοσμίας του στόματος 

Αφού αποκλειστεί από το ιστορικό του ασθενούς οποιαδήποτε σωματική και ψυχική νόσος γίνεται λεπτομερής στοματολογική και ΩΡΛ εξέταση, που περιλαμβάνει ενδοσκοπικό έλεγχο των ρινικών κοιλοτήτων, του ρινοφάρυγγα, του φάρυγγα και του λάρυγγα. Ανάλογα με την περίπτωση, αν κριθεί σκόπιμο λαμβάνονται αξονικές ή μαγνητικές τομογραφίες. Η αναζήτηση οδοντιατρικών προβλημάτων, περιοδοντικής νόσου, προσφάτων  στοματικών ή ΩΡΛ επεμβάσεων, η ρινοκολπίτιδα, ρινοφαρυγγίτιδα, χρονία αμυγδαλίτιδα, οπισθορρινικός κατάρρους, αν υπάρχουν μπορεί να αποκαλύψουν το αίτιο της κακοσμίας του στόματος.

Αν η αιτία δεν είναι οφθαλμοφανής πρέπει να αποκλείεται διαπαντός μέσου η παρουσία κάποιας σοβαρής νόσου στο ανώτερο ή κατώτερο αναπνευστικό σύστημα. Η υποκειμενική κρίση του ασθενούς για την κακοσμία του στόματος του είναι αναξιόπιστη. Πάντοτε λαμβάνεται σοβαρά υπόψη η γνώμη των συντρόφων και των άμεσων συγγενών των πασχόντων. Κατά την κλινική εξέταση πρέπει ο ασθενής να μην έχει φάγει τουλάχιστον για 3 ώρες, να έχει αποφύγει η λήψη ποτών, ιδίως οινοπνευματωδών και να μην έχει καπνίσει τουλάχιστον για τρεις ώρες.

Οι γυναίκες πρέπει να μη φέρουν καλλυντικά στο πρόσωπο τους που εκπέμπουν οποιοδήποτε άρωμα. Ελέγχεται ο εκπνεόμενος αέρας από το στόμα και τους ρώθωνες του ασθενούς, από το ιατρό ή οδοντίατρο με τον τρόπο που περιγράφηκε πιο πάνω στην εισαγωγή του παρόντος άρθρου.

Η κακοσμία του στόματος με κλειστά τα ρουθούνια του ασθενούς είναι στοματικής, στοματοφαρυγγικής ή βρογχοπνευμονικής προέλευσης και γίνεται αντιληπτή από τον εξεταστή, ο οποίος βεβαίως βρίσκεται πλησίον του στόματος του ασθενούς σε απόσταση αναπνοής.

Στη συνέχεια κλείνει ο ασθενής το στόμα του και εκπνέει από τη μύτη. Αν γίνει αντιληπτή η δυσοσμία του εκπνεόμενου αέρα η αιτία της εντοπίζεται στις ρινικές κοιλότητες ή μία από τις δυο ρινικές κοιλότητες, κάποιον από τους παραρρινίους κόλπους ή το ρινοφάρυγγα ή τους πνεύμονες.

Αν είναι δύσοσμος ο εκπνεόμενος αέρας από τη μύτη και το στόμα πρέπει οπωσδήποτε να αποκλείεται κάποιο παθολογικό πρόβλημα στο κατώτερο αναπνευστικό σύστημα (βρόγχοι, πνεύμονες) και να αποκλείεται η συστηματική αιτιολογία και η χρονία ή λανθάνουσα ρινοφαρυγγίτιδα.

Τα επίπεδα των δύσοσμων θειούχων πτητικών αερίων του στόματος μπορούν να μετρηθούν με ειδικές συσκευές (π.χ. Halimeter, Interscan Corp.), που χρησιμοποιούνται σε διάφορα ερευνητικά κέντρα του εξωτερικικού, στα οποία κέντρα μπορεί να μετρηθούν  και τα επίπεδα της βήτα-γαλακτοσιδάσης του σιέλοy [45].

alt

To Rochalitex σας αποστέλλεται ταχυδρομικώς, τηλεφωνώντας στο 6944280764, στην τιμή των 9,69 Ευρώ , περιλαμβανομένου και του ΦΠΑ (+3,72 Ευρώ η αντικαταβολή και τα μεταφορικά). Μπορείτε επίσης να το παραγγείλετε στέλνοντας mail στη διεύθυνση pharmage@otenet.gr

alt

TEVOSMIN σας αποστέλλεται  ταχυδρομικά, τηλεφωνώντας στο 6944280764, στην τιμή των 9.13 Ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ  (+ 3.72 Ευρώ η αντικαταβολή και τα μεταφορικά). Μπορείτε επίσης να το παραγγείλετε στέλνοντας mail στη διεύθυνση: pharmage@otenet.gr

alt

 TEVOSMIN σας αποστέλλεται  ταχυδρομικά, τηλεφωνώντας στο 6944280764, στην τιμή των 9.13 Ευρώ, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ  (+ 3.72 Ευρώ η αντικαταβολή και τα μεταφορικά). Μπορείτε επίσης να το παραγγείλετε στέλνοντας mail στη διεύθυνση: pharmage@otenet.gr

alt

Το Rhinosisam nasal spray σας αποστέλλεται ταχυδρομικά, τηλεφωνώντας στο 6944280764, στην τιμή των 9.95 Eυρώ περιλαμβανομένου του ΦΠΑ (+ 3.72 Ευρώ η αντικαταβολή και τα μεταφορικά). Μπορείτε επίσης να το παραγείλετε στέλνοντας  mail στη διεύθυνση pharmage@otenet.gr

Το παρόν άρθρο αναθεωρήθηκε στις 26 Δεκεμβρίου 2016

alt

Μετρητής σουλφιδίων Breathtron σε ειδικά ερευνητικά νοσοκομειακά εργαστήρια

Το Breathtron μετράει απλά,  γρήγορα και αξιόπιστα την κακοσμία του στόματος, αν επιλλεγεί ένας κατάλληλος ουδός κακοσμίας(46).·

alt

Φορητός χρωματογράφος OralChroma™ χρησιμοποιούμενος σε οδοντιατρεία και ΩΡΛ ιατρεία για τη μέτρηση των δύσοσμων πτητικών θειούχων ενώσεων, ‘όπως υδρόθειο, μεθυλομερκαπτάνη και διμεθυδισουλφίδιο.·

alt

H συσκευή της ηλεκτρονικής μύτης ανιχνεύει και αναγνωρίζει μυρωδιές και αρώματα.  Η ένταση της κακοσμίας του στόματος μπορεί να εκφραστεί σε απόλυτη τιμή εφαρμόζοντας ηλεκτρονική μύτη(47)Τα στάδια της διαδικασίας της αναγνώρισης είναι όμοια με αυτά της ανθρώπινης όσφρησης και εφαρμόζονται για τον εντοπισμό, σύγκριση, ποσοτική ανάλυση και άλλες εφαρμογές.·

Βιβλιογραφική Τεκμηρίωση 

1. Liu XN, Shinada K, Chen XC, Zhang BX, Yaegaki K, Kawaguchi Y. Oral malodor-related parameters in the Chinese general population. J Clin Periodontol. 2006 Jan;33(1):31-6.
2.
Al-Ansari JM, Boodai H, Al-Sumait N, Al-Khabbaz AK, Al-Shammari KF, Salako N. Factors associated with self-reported halitosis in Kuwaiti patients. J Dent. 2005 Nov 21;
3.
Monteiro-Amado F, Chinellato LE, de Rezende ML. Evaluation of oral and nasal halitosis parameters in patients with repaired cleft lip and/or palate. Oral Surg Oral Med Oral Pathol Oral Radiol Endod. 2005 Dec;100(6):682-7. Epub 2005 Sep 21.
4.
Washio J, Sato T, Koseki T, Takahashi N. Hydrogen sulfide-producing bacteria in tongue biofilm and their relationship with oral malodour. J Med Microbiol. 2005 Sep;54(Pt 9):889-95.
5.
Zigurs G, Vidzis A, Brinkmane A. Halitosis manifestation and prevention means for patients with fixed teeth dentures. Stomatologija. 2005;7(1):3-6.
6. Minamide T, Mitsubayashi K, Jaffrezic-Renault N, Hibi K, Endo H, Saito H. Bioelectronic detector with monoamine oxidase for halitosis monitoring. Analyst. 2005 Nov;130(11):1490-4. Epub 2005 Sep 14.
7.
Adler I, Denninghoff VC, Alvarez MI, Avagnina A, Yoshida R, Elsner B. Helicobacter pylori associated with glossitis and halitosis. Helicobacter. 2005 Aug;10(4):312-7.
8.
Almas K, Al-Sanawi E, Al-Shahrani B. The effect of tongue scraper on mutans streptococci and lactobacilli in patients with caries and periodontal disease. Odontostomatol Trop. 2005 Mar;28(109):5-10.
9.
Ansai T, Takehara T. Tonsillolith as a halitosis-inducing factor. Br Dent J. 2005 Mar 12;198(5):263-4.
10. Quirynen M, Zhao H, Soers C, Dekeyser C, Pauwels M, Coucke W, Steenberghe D. The impact of periodontal therapy and the adjunctive effect of antiseptics on breath odor-related outcome variables: a double-blind randomized study. J Periodontol. 2005 May;76(5):705-12.
11.
Haumann TJ, Kneepkens CM. Halitosis in two children caused by a foreign body in the noseNed Tijdschr Geneeskd. 2000 Jun 3;144(23):1129-30.
12. Sreenivasan PK, Gittins E. The effects of a chlorhexidine mouthrinse on culturable microorganisms of the tongue and saliva. Microbiol Res. 2004;159(4):365-70.
13.
Lee PP, Mak WY, Newsome P. The aetiology and treatment of oral halitosis: an update. Hong Kong Med J. 2004 Dec;10(6):414-8.
14.
Roldan S, Herrera D, Santa-Cruz I, O'Connor A, Gonzalez I, Sanz M. Comparative effects of different chlorhexidine mouth-rinse formulations on volatile sulphur compounds and salivary bacterial counts. J Clin Periodontol. 2004 Dec;31(12):1128-34.
15.
Finkelstein Y, Talmi YP, Ophir D, Berger G. Laser cryptolysis for the treatment of halitosis. Otolaryngol Head Neck Surg. 2004 Oct;131(4):372-7.
16.
Carvalho MD, Tabchoury CM, Cury JA, Toledo S, Nogueira-Filho GR. Impact of mouthrinses on morning bad breath in healthy subjects. J Clin Periodontol. 2004 Feb;31(2):85-90.

17. Bauroth K, Charles CH, Mankodi SM, Simmons K, Zhao Q, Kumar LD. The efficacy of an essential oil antiseptic mouthrinse vs. dental floss in controlling interproximal gingivitis: a comparative study. J Am Dent Assoc. 2003 Mar;134(3):359-65.
18.
Sharma N, Charles CH, Lynch MC, Qaqish J, McGuire JA, Galustians JG, Kumar LD. Adjunctive benefit of an essential oil-containing mouthrinse in reducing plaque and gingivitis in patients who brush and floss regularly: a six-month study. J Am Dent Assoc. 2004 Apr;135(4):496-504.
19.
Seymour R. Additional properties and uses of essential oils. J Clin Periodontol. 2003;30 Suppl 5:19-21.
20.
Filoche SK, Soma K, Sissons CH. Antimicrobial effects of essential oils in combination with chlorhexidine digluconate. Oral Microbiol Immunol. 2005 Aug;20(4):221-5.
21.
Claffey N. Essential oil mouthwashes: a key component in oral health management. J Clin Periodontol. 2003;30 Suppl 5:22-4.
22.
Horiguti S. Nasopharyngitis. Acta Otolaryngol Suppl. 1975;329:1-120.
23.
Yaegaki K, Coil JM. Clinical dilemmas posed by patients with psychosomatic halitosis. Quintessence Int. 1999 May;30(5):328-33.

24. Kuriyama T, Williams DW, Bagg J, Coulter WA, Ready D, Lewis MA. In vitro susceptibility of oral Candida to seven antifungal agents. Oral Microbiol Immunol. 2005 Dec;20(6):349-53.
25.
Kleinberg I, Wolff MS, Codipilly DM. Role of saliva in oral dryness, oral feel and oral malodour. Int Dent J. 2002 Jun;52 Suppl 3:236-40.
26. Lanza DC. Diagnosis of chronic rhinosinusitis. Ann Otol Rhinol Laryngol Suppl. 2004 May;193:10-4.
27. Weihrauch MR, Diehl V. Artificial sweeteners--do they bear a carcinogenic risk? Ann Oncol. 2004 Oct;15(10):1460-5.
28.
Jougon J, Le Taillandier-de-Gabory L, Raux F, Delcambre F, Mac Bride T, Velly JF. Plea in favour of external cervicotomy approach of Zenker's diverticulum: 73 cases reported. Ann Chir. 2003 Apr;128(3):167-72.

29. Silvestre-Donat FJ, Pla-Mocholi A, Estelles-Ferriol E, Martinez-Mihi V. Giant tonsillolith: Med Oral Patol Oral Cir Bucal. 2005 May-Jul;10(3):239-42.report of a case.

30. Ansai T, Takehara T.Tonsillolith as a halitosis-inducing factor. Br Dent J. 2005 Mar 12;198(5):263-4.

Suhas S, Sudarshan S, Pai KM. "Air bag" organoleptic behavioral experiment for managing fear of oral malodor. J Behav Ther Exp Psychiatry. 2004 Mar;35(1):13-5.
31.Yaegaki K, Coil JM. Genuine halitosis, pseudo-halitosis, and halitophobia: classification, diagnosis, and treatment. Compend Contin Educ Dent. 2000 Oct;21(10A):880-6, 888-9; quiz 890.
32. Carvalho MD, Tabchoury CM, Cury JA, Toledo S, Nogueira-Filho GR. Impact of mouthrinses on morning bad breath in healthy subjects. J Clin Periodontol. 2004 Feb;31(2):85-90.

33. Suarez F, Springfield J, Furne J, Levitt M. Differentiation of mouth versus gut as site of origin of odoriferous breath gases after garlic ingestion. Am J Physiol. 1999 Feb;276(2 Pt 1):G425-30.

34. Delanghe G, Bollen C, Desloovere C. Halitosis--foetor ex oreLaryngorhinootologie. 1999 Sep;78(9):521-4.

35. Bornstein MM, Stocker BL, Seemann R, Bürgin WB, Lussi A. Prevalence of halitosis in young male adults: a study in swiss army recruits comparing self-reported and clinical data. J Periodontol. 2009 Jan;80(1):24-31.

36. Lodhia P, Yaegaki K, Khakbaznejad A, Imai T, Sato T, Tanaka T, Murata T, Kamoda T. Effect of green tea on volatile sulfur compounds in mouth air. J Nutr Sci Vitaminol (Tokyo). 2008 Feb;54(1):89-94.

37. Van den Velde S, van Steenberghe D, Van Hee P, Quirynen M. Detection of odorous compounds in breath. J Dent Res. 2009 Mar;88(3):285-9.

38. Riggio MP, Lennon A, Rolph HJ, Hodge PJ, Donaldson A, Maxwell AJ, Bagg J. Molecular identification of bacteria on the tongue dorsum of subjects with and without halitosis. Oral Dis. 2008 May;14(3):251-8.

39. Tsai CC, Chou HH, Wu TL, Yang YH, Ho KY, Wu YM, Ho YP. The levels of volatile sulfur compounds in mouth air from patients with chronic periodontitis. J Periodontal Res. 2008 Apr;43(2):186-93

40. Nalçaci R, Sönmez IS. Oral Surg Oral Med Oral Pathol Evaluation of oral malodor in children. Oral Radiol Endod. 2008 Sep;106(3):384-8.

41. Tsai CC, Chou HH, Wu TL, Yang YH, Ho KY, Wu YM, Ho YP. The levels of volatile sulfur compounds in mouth air from patients with chronic periodontitis. J Periodontal Res. 2008 Apr;43(2):186-93

42. Nalcaci R, Baran I. Oral malodor and removable complete dentures in the elderly. Oral Surg Oral Med Oral Pathol Oral Radiol Endod. 2008 Jun;105(6):e5-9.

43. Struch F, Schwahn C, Wallaschofski H, Grabe HJ, Völzke H, Lerch MM, Meisel P, Kocher T. Self-reported halitosis and gastro-esophageal reflux disease in the general population. J Gen Intern Med. 2008 Mar;23(3):260-6.

44. J Di Fede O, Di Liberto C, Occhipinti G, Vigneri S, Lo Russo L, Fedele S, Lo Muzio L, Campisi G. Oral manifestations in patients with gastro-oesophageal reflux disease: a single-center case-control study Oral Pathol Med. 2008 Feb 15
45.
Rosenberg M, Knaan T, Cohen D. Association among bad breath, body mass index, and alcohol intake. J Dent Res. 2007 Oct;86(10):997-1000.

46. Ueno M, Shinada K, Yanagisawa T, Mori C, Yokoyama S, Furukawa S, Takehara S, Kawaguchi Y. Clinical oral malodour  measurement with a  portable sulfide monitor. Oral Dis. 2008 Apr;14(3):264-9.

47. Nonaka A, Tanaka M, Anguri H, Nagata H, Kita J, Shizukuishi S. Clinical assessment of oral malodor intensity expressed as absolute value using an electronic nose. Oral Dis. 2005;11 Suppl 1:35-6.

48. Lodhia P, Yaegaki K, Khakbaznejad A, Imai T, Sato T, Tanaka T, Murata T, Kamoda T. Effect of green tea on volatile sulfur compounds in mouth air. J Nutr Sci Vitaminol (Tokyo). 2008 Feb;54(1):89-94.

49. Navada R, Kumari H, Le S, Zhang J. Oral malodor reduction from a zinc-containing toothpaste. J Clin Dent. 2008;19(2):69-73.

50. Shinada K, Ueno M, Konishi C, Takehara S, Yokoyama S, Kawaguchi Y. A randomized double blind crossover placebo-controlled clinical trial to assess the effects of a mouthwash containing chlorine dioxide on oral malodor. Trials. 2008 Dec 9;9:71.

51. Paul JC, Pieper BA. Topical metronidazole for the treatment of wound odor: a review of the literature. 2008 Mar;54(3):18-27; quiz 28-9.

52. Narotzki B, Reznick AZ, Aizenbud D, Levy Y. Green tea: a promising natural product in oral health. Arch Oral Biol. 2012 May;57(5):429-35. Epub 2012 Jan 5.

53. Slot D, Berchier C, Addy M, Van der Velden U, Van der Weijden G. The efficacy of chlorhexidine dentifrice or gel on plaque, clinical parameters of gingival inflammation and tooth discoloration: a systematic review. Int J Dent Hyg. 2013 Aug 29.

54. Hooper SJ, Lewis MA, Wilson MJ, Williams DW. Antimicrobial activity of Citrox bioflavonoid preparations against oral microorganisms. Br Dent J. 2011 Jan 8;210(1):E22. doi: 10.1038/sj.bdj.2010.1224.

 

Τελευταία Ενημέρωση (Δευτέρα, 26 Δεκέμβριος 2016 21:43)

 
Σήμερα209
Εβδομάδα860
Μήνας5180
Όλα772530