Get Adobe Flash player

KΑΤΑΔΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ

Καταδύσεις και ωτορινολαρυγγολογικά προβλήματα

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης

alt

Ιατρός, Ωτορινολαρυγγολόγος, Οδοντίατρος

Διδάκτωρ Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην αντιμετώπιση των ωτορινολαρυγγολογικών διαταραχών ,

 που οφείλονται στις καταδύσεις

Δαμασκηνού 46, Κόρινθος 20100, Τηλ.2741026631,6944280764,

 e-mail:pharmage@tellas.gr,pharmage@otenet.gr

www.gelis.gr, www.orlpedia.gr, www.allergopedia.gr, www.pharmagel.gr, www.gkelanto.gr

 

 

Το 80% των ιατρικών προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν σε μια κατάδυση σχετίζονται με το ωτορινολαρυγγολογικό σύστημα

Καταδυτική Ωτορινολαρυγγολογία

- Ωτορινολαρυγγολογικά προβλήματα ατόμων που κάνουν καταδύσεις©

Καταδύσεις και Βαροτραύμα

Οι καταδύσεις γίνονται εδώ και 5000 χρόνια, ενώ στα έργα του Ομήρου αναφέρεται η χρήση των σφουγγαριών που ήταν προϊόντα σπογγαλιείας. Τα τελευταία 30 έτη, όλο και περισσότεροι άνθρωποι, για λόγους ψυχαγωγίας ασχολούνται με τις θαλάσσιες καταδύσεις, ενώ ένας σημαντικός αριθμός ανδρών και γυναικών κάνουν καταδύσεις για επαγγελματικούς λόγους. Μόνο στις ΗΠΑ υπάρχουν 8.5 εκατομμύρια άτομα που ασχολήθηκαν με τις καταδύσεις την δεκαετία 1994-2004 [11]. Η αύξηση του αριθμού των ατόμων που ασχολούνται με τις καταδύσεις σε ποικίλα βάθη και με ποικίλα μέσα είχε ως αποτέλεσμα να αυξηθούν τα ιατρικά προβλήματα, που μπορεί να προκύψουν κατά τη διάρκεια της καθόδου, παραμονής στο βυθό και κατά την άνοδο των δυτών στην επιφάνεια του νερού. Το 80% των ιατρικών προβλημάτων μετά από κατάδυση είναι ωτορρινολαρυγγολογικά [7].

 

Οι συνέπειες των παθολογικών διαταραχών μετά από κατάδυση αναφέρονται στη βιβλιογραφία μετά το 1868, οπόταν οι σπογγαλιείς άρχισαν να χρησιμοποιούν τα καταδυτικά σκάφανδρα. Η έλλειψη γνώσεων της φυσιολογίας των καταδύσεων ήταν η αιτία πρόκλησης πολλών θανάτων και αναπηριών, εξαιτίας της ΄΄νόσου των δυτών΄΄, που περιέγραψε με ακρίβεια ο Καλύμνιος γιατρός Σκεύος Ζερβός (1874-1966), που παρακολουθούσε τα καταδυτικά ατυχήματα των σφουγγαράδων της Καλύμνου.

 

Σήμερα είναι γνωστή η φυσιολογία των καταδύσεων και το φαινόμενο του βαροταυματισμού ή βαροτραύματος,  δηλαδή της κάκωσης που προκαλείται από τη γρήγορη αλλαγή της πίεσης. Το βαροτραύμα μπορεί να προκληθεί συνεπεία των αποτελεσμάτων των αλλαγών της πίεσης στους αεροφόρους χώρους του σώματος, οι οποίοι δεν επικοινωνούν με το περιβάλλον. Σ’αυτούς περιλαμβάνονται  το έξω ους (αυτί), το μέσον ους, και εμμέσως το έσω ους, οι παραρρίνιοι κόλποι, οι πνεύμονες, το έντερο, κοιλότητες αποστημάτων (π.χ. στα δόντια). Αέριο μπορεί να διεισδύσει στους γειτονικούς ιστούς των προσβεβλημένων περιοχών (όπως ο πρόσθιος κρανιακός βόθρος μέσω των ηθμοειδών κυψελών ή να προκληθεί εμβολισμός μέσω της κυκλοφορίας του αίματος).  Η σοβαρότερη έκφραση του βαροτραύματος είναι η εμβολή με αέρα κάποιας εγκεφαλικής αρτηρίας που μπορεί κλινικά να εκδηλωθεί με εικόνα αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου [12].

 

Η άμεση εφαρμογή πίεσης από το νερό που περιβάλλει το ανθρώπινο σώμα σε μια κατάδυση μπορεί να προκαλέσει βαροτραύμα, το οποίο εκδηλώνεται με  ποικίλες μορφές, όπως η ωτοδυνία (πόνος στο αυτί), κεφαλαλγίες, πόνοι στις μεγάλες αρθρώσεις, παράλυση , κώμα, και τελικά θάνατος.

 

Λόγω της ποικίλης μορφής των εκδηλώσεων του βαροτραύματος, πάντοτε θα πρέπει να το υποψιάζεται κανείς σε οποιοδήποτε άτομο , το οποίο έχει πρόσφατα εκτεθεί σε σημαντικές αλλαγές της  ατμοσφαιρικής ή βαρομετρικής πίεσης (barometric pressure).

 

Συνεπεία της αύξησης του αριθμού των ασχολουμένων με τις καταδύσεις τα τελευταία χρόνια, έχουν αυξηθεί και οι παθολογικές ΩΡΛ καταστάσεις εξ αιτίας της κατάδυσης. Ιδιαίτερα συχνές είναι οι εξωτερικές ωτίτιδες,  το βαροτραύμα των αυτιών και λιγότερα συχνά των παραρρινίων κόλπων, τα οποία συνήθως δεν οδηγούν σε μόνιμες βλάβες ή συμπτώματα. Οι προσβολές του αιθουσοκοχλιακού συστήματος δεν είναι συνηθισμένες, αλλά αν συμβούν  μπορεί να οδηγήσουν  σε απώλεια ακοής, ίλιγγο και επίμονες εμβοές των αυτιών, που πρέπει έγκαιρα να διαγνωστούν και να θεραπευτούν κατάλληλα. Η αντιμετώπιση των ιατρικών προβλημάτων των καταδυομένων ατόμων απαιτεί γνώσεις βασικής φυσικής και φυσιολογίας των καταδύσεων, για την κατανόηση της παραβίασης των φυσικών νόμων, που οδηγούν στο καταδυτικό  ιατρικό ατύχημα [9].

 

Κλινικές εκδηλώσεις του βαροτραύματος

Οι κύριες κλινικές εκδηλώσεις του βαροτραύματος είναι αυτές που εκδηλώνονται από:

1. Από το ωτορινολαρυγγολογικό σύστημα (αυτιά, παραρρίνιοι κόλποι, δόντια).

2. Η νόσος των δυτών ή νόσος της αποσυμπίεσης [decompression illness (DCI)].

3. Η αρτηριακά έμβολα από αέρια (arterial gas emboli).

Η αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων περιλαμβάνει την πρόληψή τους, τη χρησιμοποίηση τεχνικών εξίσωσης των πιέσεων, τη χρήση αγγειοσυσπαστικών φαρμάκων στη μύτη, διάφορες χειρουργικές επεμβάσεις και τη θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο. Βαροτραυματικά ατυχήματα μπορεί να πάθουν ακόμη και οι πιο έμπειροι και καλά εκπαιδευμένοι δύτες, όχι όμως στη συχνότητα που μπορεί να πάθουν οι ανεκπαίδευτοι και άπειροι [13].

 

Τα όργανα του ωτορινολαρυγγολογικού συστήματος είναι τα κυρίως προσβαλλόμενα σε άτομα που είναι ακατάλληλα να καταδυθούν ή είναι αρχάριοι ή έχουν κακώς ή ανεπαρκώς εκπαιδευτεί στην πρόληψη της δημιουργίας καταδυτικών παρενεργειών ή δεν είχαν την τύχη να συμβουλευτούν ωτορινολαρυγγολόγο με εμπειρία και ιδιαίτερο ενδιαφέρον διάγνωσης και αντιμετώπισης των ΩΡΛ προβλημάτων μετά από κατάδυση[5].

 

ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ ΤΩΝ ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΙΚΩΝ ΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ ΠΟΥ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΣΥΜΒΟΥΝ ΣΕ ΚΑΤΑΔΥΣΗ

 

Βαροτραύμα κατά την κάθοδο (φάση συμπίεσης)

α. Παραρρίνιοι κόλποι

β. Δόντια

γ. Εξωτερικό αυτί (έξω ους)

δ. Ενδιάμεσο αυτί (Μέσον ους)

ε. Έσω ους (εσωτερικό αυτί)

Βλάβες που συμβαίνουν σε κατάδυση στα βαθειά (σταθερή υπερβαρική κατάσταση)

Στ. Έσω ους (εσωτερικό αυτί)

Βαροτραύμα ανόδου (φάση αποσυμπίεσης)

ζ. Μέσον ους (Ενδιάμεσο αυτί)

η. Έσω ους (εσωτερικό αυτί) [κοχλίας και ή αίθουσα]

Αγγειακές βλάβες

θ. Βλάβες των αγγειακών τοιχωμάτων και τροποποιήσεις της χημείας του αίματος

Ακουστικός κίνδυνος

ι. Απώλεια ακοής από έκθεση σε θόρυβο

Ποικίλα προβλήματα

ια. Εμφανή ΩΡΛ συμπτώματα που δεν σχετίζονται απαραιτήτως με ανώμαλη αιθουσαιο-κοχλιακή παθολογία.

 

 

Η συχνότητα των Ωτορινολαρυγγολογικών προβλημά-των μετά από καταδύσεις

Οι καταδύσεις έχουν γίνει πολύ δημοφιλείς, λόγω των τεχνολογικών εξελίξεων, μέσω των οποίων δίδεται η ευκαιρία στο δύτη να κυκλοφορεί σε μικρά βάθη, χρησιμοποιώντας αυτόνομη καταδυτική συσκευή (scuba diving). Επειδή πάνω από το 80% των ιατρικών προβλημάτων που μπορεί να προκύψουν σε μια κατάδυση σχετίζονται με το ωτορινολαρυγγολογικό σύστημα, οι ωτορινολαρυγγολόγοι είναι εξοικειωμένοι με την αντιμετώπιση αυτών των προβλημάτων.  Το 2007 ο Klingmann C, και οι συνεργάτες του, στο Department of Otolaryngology, Head & Neck Surgery (HNO), University of Heidelberg, της Γερμανίας ανακοίνωσαν την ανάλυση των ευρημάτων τους επί 300 ασθενών που θεράπευσαν  τα προηγούμενα 4 χρόνια, μεταξύ του Ιανουαρίου του 2002 και του Οκτωβρίου του 2005. Συγκεκριμένα εξέτασαν 306 ασθενείς, που προσήλθαν στο ΩΡΛ τμήμα τους  με ωτορινολαρυγγολογικές διαταραχές μετά από κατάδυση ή μετά από καταδυτικά ατυχήματα.  Μετά από λεπτομερή λήψη του ιστορικού και την κλινική  και ΩΡΛ εξέταση βρήκαν την παρουσία των ακολούθων διαταραχών.  Οι 24 δύτες  (8%) παρουσίασαν εξωτερική ωτίτιδα, , οι 140 δύτες είχαν διαταραχές του μέσου ωτός (46%), 56 δύτες (18%) διαταραχές του έσω ωτός, 53 δύτες (17%) με διαταραχές της μύτης και των παραρρινίων κόλπων, 24 δύτες (8%) με νόσο αποσυμπίεσης [decompression illness (DCI)] και 9 δύτες (3%) που παραπονέθηκαν για ποικίλα συμπτώματα. Μόνο το 18% των δυτών προσήλθε με οξεία κατάσταση που απαιτούσε επείγουσα αντιμετώπιση.

 

Η συνηθέστερη διαταραχή ήταν η δυσλειτουργία της ευσταχιανής σάλπιγγας (24%) .  Οι γυναίκες δύτες είχαν σημαντικά συχνότερες προσβολές. Η χρονία ρινοκολπίτιδα βρέθηκε να σχετίζεται με σημαντικά υψηλότερο αριθμό καταδύσεων. Η συντηρητική θεραπεία απέτυχε στο 30% των ασθενών, αλά η χειρουργική θεραπεία στον πάσχοντα παραρρίνιο κόλπο ανακούφισε όσους χειρουργήθηκαν.  Το μέσον ους αποτελεί το κύριο πρόβλημα των δυτών. Ο αερισμός του μέσου ωτός, λόγω δυσλειτουργίας της Ευσταχιανής σάλπιγγας μπορεί να θεραπευτεί συντηρητικά με εξαιρετικά αποτελέσματα, ενώ οι παθολογικές καταστάσεις των τυμπάνων και των ακουστικών οσταρίων  συχνά χρειάζονται χειρουργική αποκατάσταση.  Περισσότεροι από τους τέσσερις στους πέντε ασθενείς επανήλθαν για να επιβεβαιώσουν την ικανότητά τους για κατάδυση. Αν και η θεραπεία των ΩΡΛ προβλημάτων που σχετίζονται με την κατάδυση  είναι σημαντική για τους δύτες, εν τούτοις οι δύτες αναζητούν την επιβεβαίωση του γιατρού τους, αν θα είναι ικανοί στο μέλλον για καταδύσεις. [7].

 

ΤΟ ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΚΑΙ Η ΠΑΘΟΦΥΣΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ

Το βαροτραύμα  είναι η βλάβη που προκαλείται στους ιστούς εξ αιτίας της διαφοράς πιέσεως μεταξύ μιας αεροφόρας κοιλότητας του σώματος  και της πιέσεως του υγρού, που περιβάλλει το σώμα. Η σχέση μεταξύ του όγκου που καταλαμβάνει ένα αέριο και της περιβαλλοντικής πίεσης καθορίζεται από το Νόμο του Boyle: Ρ1V1=P2V2 [όσο αυξάνει η πίεση, τόσο ελαττώνεται ο όγκος ενός αερίου και αντιστρόφως].

 

Κατά τη μεταβολή της πίεσης οι αεροφόρες κοιλότητες με οστέινα ή μηχανικώς άκαμπτα τοιχώματα αδυνατούν να μεταβάλουν τον όγκο τους. Συνεπώς η πίεση μέσα σε αυτές τις κοιλότητες μεταβάλλεται υπέρμετρα, δυσανάλογα με την πίεση του περιβάλλοντος. Η βλάβη δημιουργείται, όταν δεν επιτυγχάνεται εξίσωση της πίεσης του αέρα μέσα στην κοιλότητα με την πίεση του περιβάλλοντος. Το βαροτραύμα δημιουργείται στις αεροφόρες κοιλότητες του σώματος, όταν το σώμα μετακινείται προς ή από περιβάλλον υψηλοτέρων πιέσεων, όπως όταν κάποιος κάνει αυτόνομη κατάδυση [SCUBA DIVING] ή ελεύθερη κατάδυση ή όταν ανεβοκατεβαίνει με αεροπλάνο που δεν διαθέτει σύστημα αποσυμπίεσης.

 

Η ιστική βλάβη του βαροτραύματος προκαλείται στους ιστούς γύρω από τις αεροφόρες κοιλότητες του σώματος, διότι τα αέρια είναι συμπιεστά, ενώ αυτό δεν ισχύει για τους ιστούς. Όταν αυξάνει η περιβαλλοντική πίεση ο εσωτερικός χώρος της αεροφόρας κοιλότητας αδυνατεί να αντέξει την υψηλότερη εξωτερική πίεση. Όταν ελαττώνεται η περιβαλλοντική πίεση, η υψηλότερη πίεση του αερίου μέσα στις αεροφόρες κοιλότητες προκαλεί βλάβη στους περιβάλλοντες ιστούς, εφόσον το αέριο έχει παγιδευτεί μέσα σ’αυτές.

 

Βαροτραύμα μπορεί να εκδηλωθεί στα ακόλουθα όργανα και ιστούς

 

  • Παραρρίνιες κοιλότητες (βαροκολπίτιδα)
  • Αυτιά. Καταδυτικό βαροτραύμα του αυτιού (ωτός) [βαρωτίτιδα ή αεροωτίτιδα]
  • Οφθαλμοί  (ο απροστάτευτος αεροφόρος χώρος μέσα στην καταδυτική μάσκα.)
  • Δέρμα (Στον αεροφόρο χώρο που δημιουργείται μεταξύ του σώματος του δύτη και της καταδυτικής στολής του )
  • Οστική βλάβη (οστική νέκρωση και κάκωση του κροταφικού λοβού)
  • Δόντια (Βαροδονταλγία, δηλαδή πόνος στο δόντι ή δόντια που σχετίζεται με τη βαρομετρική πίεση ή οδοντικά κατάγματα.)
  • Πνεύμονες
  • Πεπτικό σύστημα

Βαροτραύμα μπορεί να πάθουν αυτοί που κάνουν ελεύθερη κατάδυση, συγκρατώντας την αναπνοή τους και όσοι κάνουν κατάδυση με αυτόνομη καταδυτική συσκευή που φέρει φιάλες αέρα ή μείγματος αερίων (π.χ. οξυγόνο + ήλιο).

 

ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΟ ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΤΟΥ ΑΥΤΙΟΥ (ΩΤΟΣ) ΄Η ΩΤΙΚΟ ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ

Το βαροτραύμα μπορεί να επηρεάσει το έξω, το μέσον και το έσω ους (αυτί) και δεν διαφέρει από το βαροτραύμα που μπορεί να πάθουν οι αεροπλόοι. Το καταδυτικό όμως βαροτραύμα είναι συνηθέστερο λόγω των γρήγορων αλλαγών της περιβαλλοντικής πίεσης, της διαφοράς του μήκους  του χρόνου κάτω από πίεση, των μείγματος των αερίων που χρησιμοποιούν οι αυτόνομοι δύτες και την ανάγκη μεγαλύτερου χρόνου αποσυμπίεσης. Είναι δύσκολο να αξιολογηθούν  τα παθοφυσιολογικά προβλήματα που συμβαίνουν στα αυτιά και τους παραρρίνιους κόλπους, αφ’ενός  λόγω των πολλαπλών και διάσπαρτων δραστηριοτήτων που συμβαίνουν σε μια κατάδυση και αφετέρου την ώρα που συμβαίνει το βαροτραύμα ο πάσχων βρίσκεται μακριά από ωτορινολαρυγγολόγους που θα μπορούσαν να παρατηρήσουν και να ερευνήσουν επί τόπου τι έχει ακριβώς συμβεί. Άλλωστε πολλά από τα συμπτώματα και σημεία του βαροτραύματος είναι παροδικά και οι περισσότεροι καταδυόμενοι δεν παραπονούνται για κανένα υποκειμενικό παθολογικό ενόχλημα μόλις ανέβουν στην επιφάνεια της θάλασσας ή του νερού. Θα πρέπει να αναφερθεί ως παράδειγμα ότι από μια κατάδυση βαθέως κορεσμού στα 300 μέτρα, θα πρέπει να περάσουν 9,5 ημέρες για να αποσυμπιεστεί πλήρως ο δύτης, ώστε να βρεθεί στην κατάλληλη κατάσταση να του γίνει πλήρης ωτονευρολογικός έλεγχος.

 

Η απόκτηση  βασικών γνώσεων φυσικής είναι απαραίτητη για να γίνουν κατανοητές οι παθολογικές διαδικασίες,  που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια μιας κατάδυσης στις παραρρίνιες κοιλότητες, το μέσον ους (μέσο αυτί), και το έσω ους (εσωτερικό αυτί). Οι παθολογικές αυτές διαδικασίες μπορεί να είναι αναστρέψιμες ή μόνιμες. Στο επίπεδο της επιφάνειας της θάλασσας η περιβαλλοντική ατμοσφαιρική πίεση είναι 760mmHg στήλης υδραργύρου ή  [14.7 pounds per square inch (psi)]. Η πίεση αυτή λέγεται πίεση 1 ατμόσφαιρας.

 

Όσο καταδύεται κανείς, από την επιφάνεια του νερού, αυτή η πίεση αυξάνει με έναν ταχύ γραμμικό τρόπο λόγω της πυκνότητας του νερού.  Στο βάθος των 10 μέτρων ή 33 ποδών η πίεση γίνεται διπλάσια από την πίεση που υπάρχει στην επιφάνεια της θάλασσας, δηλαδή γίνεται δύο ατμόσφαιρες. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με ότι συμβαίνει κατά την άνοδο ενός αεροσκάφους στα 18.000 πόδια (5.455 μέτρα), οπόταν σ’αυτό το ύψος η πίεση αυξάνει κατά μισή (0.5) ατμόσφαιρα.

 

Κάθε 10 μέτρα (ή 33 πόδια) κατάδυσης προστίθεται και μία ατμόσφαιρα πίεσης.  Σύμφωνα με το νόμο του Boyle και εφόσον η θερμοκρασία παραμένει σταθερή, όσο μεγαλύτερη είναι η πίεση τόσο μικρότερος γίνεται ο όγκος ενός αερίου [15]. Ένας κλωβός αέρα, που είναι ανοικτός στην κάτω επιφάνειά του,  θα περιέχει στα 10 μέτρα ή 33 πόδια (δύο ατμόσφαιρες) το μισό του όγκου του αέρα, που περιείχε στην επιφάνεια της θάλασσας (μία ατμόσφαιρα). Στα 20 μέτρα ή 66 πόδια η πίεση αυξάνει στις 3 ατμόσφαιρες και ο όγκος στον κλωβό περιορίζεται στο 1/3 του όγκου που είχε στην επιφάνεια της θάλασσας.

 

Οι εφαρμογές του νόμου του Boyle στις καταδύσεις έχουν σχέση με όλους τους αεροφόρους χώρους του σώματος. Μέσα από τον αεραγωγό της μύτης, του ρινοφάρυγγα και του στόματος οι αλλαγές της πίεσης μεταβιβάζονται στις αεροφόρες κοιλότητες των παραρρινίων κόλπων (ιγμόρεια άντρα, μετωπιαίοι, κόλποι, ηθμοειδείς κυψέλες, σφηνοειδής κόλπος), των μέσων ώτων και των κυψελίδων των πνευμόνων). Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, ισότιμες αλλαγές πίεσης θα συμβούν και στους έξω ακουστικούς πόρους των αυτιών.

alt

Εικ. 1. Στεφανιαία τομή φυσιολογικού έξω, μέσου και έσω ωτός, της ευσταχιανής σάλπιγγας και του ρινοφάρυγγα. Όταν η διαφορική πίεση υπερβαίνει τα 90mmHgπαύει η μυική δράση από τους μυς που περιβάλλουν την ευσταχιανή σάλπιγγα και κλείνει το στόμιό της.

Τόσον ο έξω ακουστικός πόρος των αυτιών, όσο και οι κοιλότητες των μέσων ώτων (αυτιών) και των παραρρινίων κοιλοτήτων θα είναι κοιλότητες με ανένδοτα οστικά τοιχώματα, τα οποία διαθέτουν στόμια που μπορεί να μην είναι ανοικτά και να μην επιτρέπουν την εξίσωση των αλλαγών των πιέσεων, που προκαλούνται με την κατάδυση. Η πίεση του νερού που περιβάλλει το σώμα, που βρίσκεται σε κατάδυση εφαρμόζεται σε όλο το σώμα, περιλαμβανομένων και των αιμοφόρων αγγείων.

 

alt

Εικ. 2.Το στόμιο εξόδου της Ευσταχιανής σάλπιγγας στο ρινοφάρυγγα.

Σύμφωνα με το νόμο του Dalton που σχετίζει τις μερικές πιέσεις των μειγμάτων των αερίων, κάθε αέριο ασκεί τη δική του πίεση ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα αέρια, που περιέχει και η συνολική πίεση του μείγματος των αερίων είναι το άθροισμα των μερικών πιέσεων όλων των επί μέρους αερίων του μείγματος.  Η διαλυτότητα των διαφόρων αερίων είναι ανάλογη των μερικών τους πιέσεων. Μπορεί το οξυγόνο να αποτελεί το 21% του ατμοσφαιρικού αέρα, αλλά είναι το μόνο από  τα αέρια  του εισπνεόμενου αέρα που χρησιμοποιείται από το σώμα. Το άζωτο,  που αποτελεί το 70% του ατμοσφαιρικού αέρα και είναι αδρανές αέριο με την κατάδυση διαλύεται στους ιστούς του σώματος και ιδιαίτερα στο λιπώδη ιστό.

 

Κατά την αποσυμπίεση το άζωτο μπορεί να απελευθερωθεί από αυτούς τους ιστούς ταχύτερα  απ’ότι θα μπορούσε να μεταφερθεί με το αίμα προς τους πνεύμονες και να διασκορπιστεί. Μέσα στα αιμοφόρα αγγεία κα ή στους ιστούς  λοιπόν μπορεί να σχηματιστούν φυσαλίδες αζώτου και έτσι δημιουργείται η παθολογική κατάσταση που λέγεται νόσος των δυτών [bends]. Τέτοιες φυσαλίδες μπορεί να δημιουργηθούν  στο έσω ους (εσωτερικό αυτί), προκαλώντας κοχλιακές και αιθουσαίες βλάβες, με επακόλουθο τη βαρηκοΐα και τη διαταραχή της ισορροπίας με πρόκληση ιλίγγου ποικίλης έντασης. Για να περιοριστεί η πιθανότητα της πρόκλησης της νόσου των δυτών καθώς και της νάρκωσης από άζωτο χρησιμοποιείται από τους δύτες ένα μείγμα αερίων οξυγόνου – ηλίου (οξύλιον, oxyhelium) για τις σε μεγάλο βάθος καταδύσεις και τις καταδύσεις ΄΄κορεσμού΄΄.

 

Έχοντας τα παραπάνω υπ’όψην θα περιγραφούν πιο κάτω οι πιθανές παθολογικές ωτορινολαρυγγολογικές καταστάσεις  που μπορεί να προκληθούν κατά την κατάδυση και την ανάδυση ενός δύτη.  Η πιθανότητα να προκληθούν τέτοιες καταστάσεις είναι πιθανότερο να συμβούν  μετά από παρατεταμένη ή σε μεγάλο βάθος κατάδυση. Παρ’ όλα αυτά όμως έχουν συμβεί και με καταδύσεις στα ρηχά ( κάτω από τα 30 πόδια ή 10 μέτρα περίπου) ή και με σύντομες καταδύσεις σε υπερβαρικό περιβάλλον.

 

Όργανα και ιστοί στα οποία μπορεί να εκδηλωθεί το ωτικό βαροτραύμα

Το βαροτραύμα είναι μια τραυματική φλεγμονή που μπορεί να προκληθεί, όταν τροποποιείται η πίεση μέσα στο ένα από τα αυτιά, σε σχέση προς το άλλο αυτί. Αυτή η διαφορά πιέσεων, που δημιουργείται γρήγορα μπορεί να οδηγήσει σε βλάβη του τυμπάνου, του μέσου ωτός ή και του έσω ωτός. Συνήθως το ωτικό βαροτραύμα  εκδηλώνεται  με πόνο στο αυτί (ωτοδυνία).

 

Η διατήρηση ίσης πίεσης και στις δύο πλευρές του τυμπάνου απαιτεί την ελεύθερη επικοινωνία της κοιλότητας του μέσου ωτός, δια μέσου της ευσταχιανής σάλπιγγας με το ρινοφάρυγγα. [Εικ. 1, 2].

 

Αν η ευσταχιανή σάλπιγγα δεν λειτουργεί καλά κατά τις αλλαγές της περιβαλλοντικής πίεσης που συμβαίνουν σε μια κατάδυση ενός δύτη, εφόσον ο δύτης δεν εξισώνει τις πιέσεις ή όταν υπάρχει οίδημα του βλεννογόνου της Ευσταχιανής σάλπιγγας, από παθογόνα αίτια. Το κλείσιμο της Ευσταχιανής σάλπιγγας δημιουργεί αρνητική πίεση μέσα στην κοιλότητα του μέσου ωτός.

 

alt

Εικ. 3. Η δυσλειτουργία της Ευσταχιανής σάλπιγγας επιτρέπει την ανάπτυξη αρνητικής πίεσης στην κοιλότητα του μέσου ωτός. Η ατμοσφαιρική πίεση στον έξω ακουστικό πόρο του έξω ωτός και στο ρινοφάρυγγα είναι μεγαλύτερη από αυτήν που υπάρχει στο μέσον ους.

Η ευσταχιανή σάλπιγγα δυσλειτουργεί και παρεμποδίζει την εξίσωση των πιέσεων μεταξύ του μέσου ωτός και του ρινοφάρυγγα, όταν υπάρχει μια λοίμωξη της ανώτερης αεροφόρας οδού (ιογενές συνάχι, βακτηριδιακή ρινοκολπίτιδα, ή ανάπτυξη κάποιου όγκου στο ρινοφάρυγγα.

 

Σε περίπτωση αλλαγής της περιβαλλοντικής πίεσης, η πίεση στο μέσον ους , είτε πέφτει κάτω από την περιβαλλοντική, προκαλώντας επώδυνη εισολκή του τυμπάνου ή ανεβαίνει, πάνω από την περιβαλλοντική πίεση, προκαλώντας επώδυνη προπέτεια του τυμπάνου προς τα έξω.

 

Η αρνητική πίεση μέσα στο μέσον ους προκαλεί αγγειοδιαστολή των αγγείων του βλεννογόνου που καλύπτει την κοιλότητα του μέσου ωτός, που ακολουθείται από οίδημα συσσώρευση υγρού (εξίδρωμα).

 

alt

Εικ. 4. Κατά την κατάδυση η αύξηση της περιβαλλοντικής πίεσης προκαλεί έντονη εισολκή του τυμπάνου και αν δεν εξισωθούν οι πιέσεις διά μέσου της Ευσταχιανής σάλπιγγας  προκαλείται βαροτραύμα. Ακολουθεί συσσώρευση εξιδρώματος μέσα στο μέσον ους, που μπορεί τελικά να οδηγήσει σε ρήξη του τυμπάνου με αιμορραγία

Μια διαφορά 0.25 ατμόσφαιρας μπορεί να προκαλέσει ωταλγία. Το μήκος της Ευσταχιανής σάλπιγγας είναι περίπου 3.7 cm. To μέσον ους και το έξω 1/3 της Ευσταχιανής σάλπιγγας είναι οστέινα και με ανένδοτα τοιχώματα. Το έσω 2/3 της Ευσταχιανής σάλπιγγας είναι χόνδρινα και μπορούν και συμπίπτουν τα τοιχώματά της. Το στενότερο σημείο της ευσταχιανής σάλπιγγας είναι ο ισθμός της. Το έσω στόμιο της σάλπιγγας είναι χόνδρινο, τριγωνικού σχήματος με τη βάση του τριγώνου να προβάλλει στο ρινοφάρυγγα. Το στόμιο της σάλπιγγας είναι σχισμοειδές και φυσιολογικά είναι κλειστό, αλλά ανοίγει με τη βοήθεια δύο μυών του τείνοντος την υπερώα και τον σαλπιγγοφαρυγγικό μυ.

Το άνοιγμα του στομίου ανοίγει με το χασμουρητό ή την κατάποση ή με τη δοκιμασία του Βαλσάλβα. Κατά την αύξηση της περιβαλλοντικής πίεσης και κατ’ επέκταση της πίεσης στο ρινοφάρυγγα, όπως αυτό συμβαίνει στην κατάδυση το στόμιο της Ευσταχιανής σάλπιγγας τείνει να συμπιέζεται και να κλείνει και τούτο ενισχύεται από την αντίστοιχη αύξηση των υγρών των ιστών που περιβάλλουν τη σάλπιγγα [Εικ. 5, 6, 7 ,8, 9, 10].

 

Όταν η διαφορική πίεση υπερβαίνει τα 90mmHg παύει η δυνατότητα παραμονής ανοιχτού του στομίου εξόδου της Ευσταχιανής σάλπιγγας , υπό την επίδραση των μυών που την περιβάλλουν. Το κλείσιμο του στομίου της Ευσταχιανής σάλπιγγας και η αδυναμία διάνοιξής της μπορεί να προκαλέσει πανικό στον άπειρο ή κακώς εκπαιδευμένο δύτη, ο οποίος επιτρέπει να αυξηθεί η πίεση των ιστών σε τέτοια έκταση, που καθιστά αδύνατη την εξίσωση των πιέσεων, αν δεν ελαττωθεί η περιβαλλοντική πίεση, οπότε διαφεύγει παθητικά ο αέρας με το άνοιγμα του στομίου της Ευσταχιανής σάλπιγγας.

 

Αν δεν επιτευχθεί εξίσωση των πιέσεων με τη δοκιμασία Βαλσάλβα προκαλείται εισολκή του τυμπάνου προς την κοιλότητα του μέσου ωτός. Καθώς αυξάνει η διαφορά πιέσεων δημιουργείται αγγειακή συμφόρηση, οίδημα  , δημιουργία εξιδρώματος και αιματώματος του βλεννογόνου του μέσου ωτός και εκχύμωση του τυμπάνου. Αν συνεχίσει να αυξάνεται η διαφορά των πιέσεων προκαλείται αιμορραγία στην κοιλότητα του μέσου ωτός, ρήξη του τυμπάνου και δημιουργία περιλεμφικού συριγγίου δια μέσου της ωοειδούς ή της στρογγύλης θυρίδος.  Ο ασθενής αισθάνεται έντονο πόνο στο αυτί, εκδηλώνει βαρηκοία αγωγιμότητας ή αν έχει πάθει περιλεμφικό συρίγγιο εκδηλώνει νευραισθητήρια  βαρηκοία.

 

Κατά την ωτοσκόπηση παρατηρείται έντονη εισολκή και φλεγμονή του τυμπάνου ή αν έχει επέλθει ρήξη διακρίνεται το ρήγμα, τα ράκη του οποίου είναι στραμμένα προς τα μέσα. Τα συμπτώματα επιδεινώνονται, όταν ο δύτης ανεβαίνει στην επιφάνεια πιο γρήγορα από αυτό που απαιτείται.

 

Το βαροτραύμα του έσω ωτός δεν είναι συνηθισμένο σε σύγκριση με την βαροωτίτιδα του μέσου ωτός, αλλά μπορεί να συνοδευτεί από εμβοές,  απώλεια ακουστικής ικανότητας και ίλιγγο.  Τα συμπτώματα προκαλούνται μόλις διαταραχτεί η φυσιολογική διαφορά πιέσεων μεταξύ του μέσου και του έσω ωτός, όπως αυτό μπορεί να συμβεί κατά την ταχεία ανάδυση στην επιφάνεια του νερού, μετά από μια βαθειά κατάδυση, οπόταν αυξάνει γρήγορα η εξωτερική πίεση ή κατά την ταχεία κάθοδο αεροπλάνου. Η εκδήλωση νευραισθητήριας βαρηκοΐας ή ιλίγγου κατά την κατάδυση σημαίνει την ανάπτυξη περιλεμφικού συριγγίου. Η δημιουργία τέτοιων συμπτωμάτων κατά την ανάδυση δύτη από μεγάλο βάθος μπορεί επιπρόσθετα να σημαίνει τη δημιουργία φυσαλίδων αέρα στο έσω ους (εμβολή αέρος) ή την πρόκληση αγγειοεγκεφαλικού επεισοδίου.

 

Μηχανισμοί πρόκλησης του περιλεμφικού συριγγίου κατά την κατάδυση

Το περιλεμφικό συρίγγιο ή λαβυρινθικό συρίγγιο είναι μια παθολογική επικοινωνία μεταξύ του έσω ωτός (που περιέχει υγρό) και του μέσου ωτός (που περιέχει αέρα), η οποία  επιτρέπει τη μετακίνηση περιλεμφικού υγρού προς το μέσον ους μετά από ρήξη  της ωοειδούς ή της στρογγυλής θυρίδας. Η ρήξη αυτή μπορεί να προκληθεί μετά από ένα βαροτραύμα, κατά τη χειρουργική επέμβαση στον αναβολέα (τοποθέτηση πρόσθεσης στον αναβολέα), μετά από τραυματισμό του έσω ωτός, μετά από οστική διάβρωση από λοίμωξη ή την παρουσία νεοπλάσματος ή μπορεί να προκληθεί ιδιοπαθώς. Η ρήξη της στρογγύλης θυρίδας μπορεί να προκληθεί μετά από κατάδυση, ακόμη ακόμη και σε μικρό βάθος νερού ή ακόμη και σε βάθος που δεν φτάνει τον πάτο μιας πισσίνας. Σ΄αυτή την περίπτωση εκτός από την άμεση κάκωση του έξω ωτός και την πρόκληση βαροτραύματος, το περιλεμφικό συρίγγιο θα μπορούσε να προκληθεί από τραυματισμό με μηχανισμό «μαστιγίου» (κάκωση Whiplash) [52] .

 

Οι κύριες κλινικές εκδηλώσεις του περιλεμφικού συριγγίου είναι η αιφνίδια ή η προοδευτικά εξελισσόμενη, με διακυμάνσεις νευραισθητήρια βαρηκοία και ο ίλιγγος, ναυτία έμετος. Ο ίλιγγος και η απώλεια της ακοής προκαλούνται κατά το χειρισμό της δοκιμασίας Valsalva, κατά την προσπάθεια πρόκλησης εξίσωσης από τον δύτη ή μετά την έκθεση του πάσχοντος (όχι δύτης) σε ισχυρό ήχο (φαινόμενο Tullio). Άλλα συμπτώματα που συνοδεύουν το περιλεμφικό συρίγγιο είναι οι εμβοές ώτων, διαταραχές της ιοσορροπίας και αίσθημα πληρότητας του αυτιού. Αν εμφανιστεί περιλεμφικό συρίγγιο σε παιδί, αυτό μπορεί να σχετίζεται με με συγγενείς ανωμαλίες του μέσου ή του έσω ωτός.

 

Σε περίπτωση διαταραχής της λειτουργίας του έσω ωτός κατά τη διάρκεια μιας κατάδυσης, θα πρέπει να περάσει από το νου η ρήξη της στρογγύλης θυρίδας. Σε κάθε δύτη που αναφέρει απώλεια ακοής και ή   σημεία βαροτραύματος του μέσου ωτός θα πρέπει να γίνεται πλήρης ωτολογική εξέταση. Αφού αποκλειστούν άλλες αιτίες των συμπτωμάτων του ασθενούς  με την αξιολόγηση του ιστορικού, την κλινική εξέταση και την ακοομέτρηση και την τυμπανομετρία, οριστικότερη διάγνωση μπορεί να γίνει με ερευνητική τυμπανοτομία και άμεσος έλεγχος για διαρροή υγρού δια μέσου της στρογγυλής ή ωοειδούς θυρίδας, εφόσον τα επιμένουν περισσότερο από 24 ώρες. Παρά τούτο, η αναπόφευκτη παρουσία ιστικού υγρού στην κοιλότητα του μέσου ωτός  καθιστά αβέβαιη τη διάγνωση. Καθώς όμως η οριστική χειρουργική θεραπεία του περιλεμφικού συριγγίου γίνεται με  την τοποθέτηση κάποιου αυτομοσχεύματος μαλακού ιστού πάνω στο σημείο της διαρροής του υγρού, αυτό μπορεί να επιτελεστεί, από τη στιγμή που έγινε η τυμπανοτομία, ακόμη κι αν απουσιάζουν πειστικά ευρήματα κατά τη διάρκεια της επέμβασης [53].

 

alt

alt
alt
 

 

Θεραπεία

Ο δύτης εφαρμόζει οποιαδήποτε μέθοδο έχει εκπαιδευτεί να εξισώνει τις πιέσεις. Η πιο απλή και αποτελεσματική μέθοδος πρόκλησης εξίσωσης πιέσεων στο αυτί είναι η δοκιμασία Βαλσάλβα. Μόλις γίνει αισθητός ο πόνος στο αυτί του δύτη, φυσάει τη μύτη του, κλείνοντας τα ρουθούνια και γέρνοντας την κεφαλή προς τον ώμο του αυτιού που δεν πονάει. Έτσι ευθειάζεται η ευσταχιανή σάλπιγγα και περνάει ο αέρας ευκολότερα προς το πάσχον μέσον ους. Εφόσον μετά την ανάδυση επιμένει το μπούκωμα στο αυτί, ο πάσχων επιμένει να κάνει εξισώσεις με τον παραπάνω χειρισμό (δοκιμασία Βαλσάλβα) και κάνει ρινικούς ψεκασμούς με ένα ενδορρινικό τοπικό αποσυμφορητικό ή  παίρνει αποσυμφορητικό από τη μύτη που περιέχει ψευδοεφεδρίνη με στόχο τον περιορισμό του οιδήματος της ευσταχιανής σάλπιγγας. Συχνά το ξεκίνημα του βαροτραύματος του μέσου ωτός ανακουφίζεται ή και υποχωρεί, όταν ο δύτης κάνει πολύ έντονη δοκιμασία, ενώ βρίσκεται εν καταδύσει. Μια τέτοια όμως βίαιη, ξαφνική κίνηση του τυμπάνου προς τα έξω μπορεί να οδηγήσει σε αποσύνδεση των οσταρίων του άκμονα και του αναβολέα.

 

Αν το μπούκωμα δεν υποχωρεί σε 24 ώρες χορηγείται κορτιζόνη από το στόμα για πέντε ημέρες,  στην κατάλληλη δόση, η οποία δρα ως ισχυρό αντιφλεγμονώδες και αποιδηματικό του βλεννογόνου της ευσταχιανής σάλπιγγας.

 

Αν από το ιστορικό διαπιστωθεί η παρουσία αλλεργικής ρινίτιδας, η χορήγηση κορτιζόνης για τρεις συνεχόμενες μέρες θα δράσει ευεργετικά και ταυτόχρονα, πριν χορηγηθούν αντιαλλεργικά φάρμακα, με ενδοεπιδερμικές δοκιμασίες νυγμού (skin prick tests) o ωτορινολαρυγγολόγος αποδεικνύει αν ο ασθενής είναι ή δεν είναι αλλεργικός. Αν αποδειχτεί ότι ο ασθενής είναι αλλεργικός προς διάφορα αλλεργιογόνα προγραμματίζεται η αποευαισθητοποίησή του με υπογλώσσια ανοσοθεραπεία . Εφόσον ο δύτης είναι επαγγελματίας δεν επιτρέπεται να αφήσει την αλλεργική του ρινίτιδα αθεράπευτη και επιβάλλεται να κάνει  υπογλώσσια ανοσοθεραπεία.

 

Ο γράφων έχει εμπειρία ως θεραπευτής και δυτών με αλλεργική ρινίτιδα, αλλεργική ρινοκολπίτιδα, αλλεργική καθ’ υποτροπήν εκκριτική ωτίτιδα, οι οποίοι συνέχισαν την καριέρα τους ως δύτες, αφού απευαισθητοποιήθηκαν παίρνοντας υπογλώσσια ανοσοθεραπεία  με τα εκχυλίσματα αλλεργιογόνων sarmallergeniallerdrop.

Αν ο δύτης πάσχει από χρόνια ιγμορίτιδα ή άλλη ρινοκολπίτιδα χορηγείται το κατάλληλο  αντιβιοτικό, καθαρίζονται οι ρινικές κοιλότητες, πολλές φορές την ημέρα με υπέρτονο διάλυμα φυσιολογικού ορού (Osmocleannasalspray), για 20 ημέρες και ταυτόχρονα γίνονται ρινικοί ψεκασμοί με το Rhinosisamnasalspray , που περιέχει σησαμέλαιο, μαστιχέλαιο και βιταμίνη Ε. Γίνονται 3 ψεκασμοί στο κάθε ρουθούνι κάθε τρείς ώρες, κατά τη διάρκεια της ημέρας, για ένα μήνα. Το Rhinosisamnasalspray έχει μαλακτικές, αντιφλογιστικές και ισχυρές αντιοξειδωτικές ιδιότητες με ικανότητα βελτίωση της αποτελεσματικής λειτουργίας των κροσσών του βλεννοκροσσωτού επιθηλίου του ρινικού βλεννογόνου.

 

Στη σπάνια περίπτωση δημιουργίας περιλεμφικού συριγγίου (διαρροή περιλέμφου από το έσω προς το μέσον ους)  με νευραισθητήρια βαρηκοία και ίλιγγο, συνιστάται ανάπαυση του ασθενούς με ανεβασμένο το προσκέφαλο και αποφυγή βίαιων κινήσεων, άρσης βάρους, σφιξίματος  κατά την αποπάτηση, κλπ, για να διευκολυνθεί το κλείσιμο του συριγγίου [34]. Αν τα συμπτώματα δεν υποχωρούν ή χειροτερεύουν  ενδείκνυται η χειρουργική διερεύνηση του μέσου ωτός και κλείσιμο του συριγγίου.  Τα αποτελέσματα της επέμβασης είναι καλά όσον αφορά τη βελτίωση του ιλίγγου, αλλά είναι πιο αβέβαια, όσον αφορά τη βελτίωση της ακοής. Η βελτίωση της ακοής φαίνεται να σχετίζονται αρνητικά με τη διάρκεια της καθυστέρησης του κλεισίματος του συριγγίου [35].

 

Αν ο πόνος μετά την έξοδο από το νερό του δύτη είναι έντονος και δεν υποχωρεί με παυσίπονο και τη χορήγηση κορτιζόνης,  η μυριγγοτομή ή η παρακέντηση του τυμπάνου ανακουφίζει τον ασθενή.

 

Πρόληψη

Ο δύτης που έχει ιογενές συνάχι, αλλεργική ή άλλου τύπου ρινίτιδα με μπούκωμα στη μύτη ή οξεία ή χρόνια ρινοκολπίτιδα δεν επιχειρεί κατάδυση αν δεν έχουν υποχωρήσει τα συμπτώματά του πλήρως και να έχει παραμείνει χωρίς κανένα σύμπτωμα για τρείς ημέρες. Αν Ο δύτης πάσχει από μη αλλεργική ρινίτιδα και υποφέρει από μπούκωμα της μύτης, αν αποφασίσει να καταδυθεί θα πρέπει να κάνει πρώτα τυμπανόγραμμα για να είναι απόλυτα βέβαιος ότι λειτουργεί καλά η ευσταχιανή του σάλπιγγα. Αν το τυμπανόγραμμα είναι φυσιολογικό, τότε ο δύτης μπορεί να καταδυθεί , αν 30 λεπτά πριν από την κατάδυση ή την ανάδυση κάνει ρινικούς ψεκασμούς με κάποιο ενδορρινικό αποσυμφορητικό.

 

Σε περίπτωση εκδήλωσης ωτολογικών  προβλημάτων λόγω ανεπαρκούς εξίσωσης (βαροτραύμα) θα πρέπει να ερευνηθούν τα παρακάτω για να ληφθούν θεραπευτικές αποφάσεις:

Α. Εάν  οι απώλειες της ακοής του καταδυθέντος είναι μόνιμες ή σταδιακά επιδεινούμενες ή παροδικές.

Β. Αν μια βαρηκοΐα που ανακαλύφθηκε σε κάποιον δύτη είναι του τύπου αγωγιμότητας ή νευραισθητήρια βαρηκοία και αν μπορεί να αποδοθεί σε κάποιο προηγηθέν βαροτραύμα

Γ. Εάν συμμετέχουν και άλλοι αιτιοπαθολογικοί μηχανισμοί σχετιζόμενοι με την υποβρύχια δραστηριότητα

 

Δ. Αν ο δύτης ή ο βουτηχτής εμφανίσει αιθουσαιοκοχλιακά προβλήματα (ζάλη, ίλιγγο)  αυτά μπορεί να  ξεκινήσουν να εκδηλώνονται για τους ακολούθους λόγους: α). Εξαιτίας Των διαφορών της ωσμωτικής πίεσης που σχετίζονται με τα διαλυμένα στο αίμα αδρανή αέρια (άζωτο) αυξάνει ο όγκος της ενδολέμφου του έσω ωτός και β). Εξαιτίας του σχηματισμού φυσαλίδων στο ενδολεμφικό σύστημα, συνεπεία ανεπαρκούς χρόνου αποσυμπίεσης.

 

Β. Αν από το ιστορικό της κατάδυσης και την κλινική εικόνα του δύτη βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχουν δημιουργηθεί φυσαλίδες ή εμβολισμός αερίου  στα αγγεία του έσω ωτός.

 

Γ. Αν από το ιστορικό της κατάδυσης και την κλινική εικόνα του δύτη βγαίνει το συμπέρασμα ότι έχουν δημιουργηθεί φυσαλίδες  στους ιστούς του έσω ωτός.

 

Η υπερβαρική θεραπεία έχει χρησιμοποιηθεί εδώ και πολλά χρόνια με επωφελή αποτελέσματα στη νόσο της αποσυμπίεσης (decompression sickness) και την εμβολή από αέριο (gaseous embolism). Αντιθέτως, το βαροτραύμα δεν χρειάζεται θεραπεία επανασυμπίεσης (recompressive therapy). Οποτεδήποτε υπάρχει διαγνωστική αμφιβολία θα πρέπει να εφαρμόζεται θεραπεία επανασυμπίεσης, όσο το δυνατόν συντομότερα, λόγω των πιθανών σοβαρών επακόλουθων, σε περίπτωση που ο ασθενής παραμείνει αθεράπευτος, καθόσον οι κίνδυνοι που περικλείει η θεραπεία είναι ελάχιστοι [22].

 

ΣΥΝΔΡΟΜΟ ΑΝΑΣΤΡΟΦΟΥ ΑΥΤΙΟΥ (REVERSED-EAR YNDROME) Ή ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΤΟΥ ΕΞΩ ΑΚΟΥΣΤΙΚΟΥ ΠΟΡΟΥ

Ο όρος ανάστροφο αυτί (reversed ear) περιγράφηκε το 1961, αν και το φαινόμενο ήταν γνωστό από παλιά στους δύτες, όπως ο Cousteau (1953) [35, 36]. Οι δύτες πίστευαν ότι η τυμπανική μεμβράνη του αυτιού ΄΄φούσκωνε΄΄ προς τα έξω και έσπαγε. Στην πραγματικότητα όμως, ποτέ δεν συμμετείχε το μέσον ους ή το τύμπανο αιτιολογικά στο μηχανισμό πρόκλησης αυτού του τύπου ρήξης του τυμπάνου, καθώς η κατάσταση αυτή είναι ένα βαροτραύμα του έξω ακουστικού πόρου.

 

Κατά την κατάδυση, η εξωτερική περιβαλλοντική πίεση που δημιουργείται, τείνει να ωθεί το τύμπανο προς τα έσω. Αυτή την κατάσταση την αντιμετωπίζει ο δύτης, κάνοντας εξίσωση των πιέσεων στο μέσο και το έξω ους (αυτί) με τη δοκιμασία Βαλσάλβα (φυσάει τον αέρα με κλειστό το στόμα και τα ρουθούνια, ο οποίος οδηγείται δια της ευσταχιανής σάλπιγγας στο μέσον ους).

 

alt

Εικ. 11. Η ανάπτυξη και δημιουργία του ανάστροφου αυτιού. Τούτο συμβαίνει, όταν οποιαδήποτε απόφραξη του έξω ακουστικού πόρου παρεμποδίζει την αύξηση της πίεσης μέσα στον έξω ακουστικό πόρο, κατά την κατάδυση, ενώ η πίεση στην κοιλότητα του μέσου ωτός αυξάνει δια μέσου της Ευσταχιανής σάλπιγγας που παραμένει ανοικτή. Μια τέτοια απόφραξη μπορεί να προκληθεί από βύσμα κυψελίδας, εισαγωγή ωτασπίδας ή ακόμη και ρύπων του έξω ακουστικού πόρου ή όταν το υλικό του ελαστικού σκούφου της καταδυτικής στολής δεν είναι πορώδες. Κάτω από αυτές τις συνθήκες το τύμπανο εξωθείται προς τον έξω ακουστικό πόρο υπεγείρεται το δέμα και δημιουργείται αιμορραγική φυσαλίδα. Η περεταίρω γενικευμένη συμφόρηση των αγγείων του βλεννογόνου κατά μήκος της λαβής της σφύρας οδηγεί σε ρήξη του τυμπάνου.

 

Αν αποτύχει η δοκιμασία Βαλσάλβα και δεν εξισωθούν οι πιέσεις και την επαναλάβει ο δύτης βίαια και επίμονα μπορεί να προκληθεί ρήξη του τυμπάνου με φορά από έξω προς τα μέσα. Η ρήξη του τυμπάνου στο ανάστροφο αυτί γίνεται με φορά από έσω προς τα έξω. Αυτού του τύπου οι ρήξεις δεν είναι ασυνήθιστο γεγονός στους δύτες. Όμως ο έμπειρος ωτορινολαρυγγολόγος μπορεί να κάνει διάκριση μεταξύ ενός ρήγματος τυμπάνου, που προκλήθηκε από βίαιη προσπάθεια εξίσωσης και του ρήγματος που προκλήθηκε από ανάστροφο αυτί. Η διάκριση μεταξύ αυτών των δύο τύπων ρηγμάτων είναι σημαντική, καθώς η πρόγνωσή τους είναι διαφορετική.

 

Κλινική εικόνα: Ο δύτης που έχει πάθει ανάστροφο αυτί δεν παραπονείται κατά κανόνα για κάποιο σύμπτωμα. Όμως δυνατόν να τρέχει αίμα από τον έξω ακουστικό πόρο προς το πτερύγιο του πάσχοντος αυτιού. Κατά την ωτοσκόπηση, αν δεν τρέχει αίμα μπορεί να παρατηρηθεί εκχύμωση στο δέρμα του τυμπάνου ή του έξω ακουστικού πόρου. Δυνατόν από την εκχύμωση να υπάρχει ροή αίματος (μικροαιμορραγία). Είναι σύνηθες να παρατηρηθεί μια φυσαλίδα με αίμα στην οπισθία άνω και πίσω περιοχή του τυμπάνου (αιματοτύμπανο) ή και ρήξη της φυσαλίδας.

 

Σ’αυτή την περίπτωση ο αυλός του έξω ακουστικού πόρου μπορεί να είναι γεμάτος με πήγμα αίματος, οπόταν για να γίνει ορατό το τύμπανο καθαρίζεται ο πόρος προσεκτικά, ενώ διακρίνοναι τα ράκη του δέρματος του τυμπάνου να βλέπουν προς τα έξω και να αιμορραγούν [38].

 

Αιτιολογία: Οι σύγχρονοι δύτες χρησιμοποιούν ειδικές καταδυτικές συσκευές εισπνοής αέρα, που ρυθμίζονται να χορηγούν τον αέρα αυτόματα, ανεξάρτητα με το πώς και πότε αλλάζει η περιβαλλοντική πίεση του δύτη. Έτσι ο δύτης εξασφαλίζει πίεση αέρα στους πνεύμονες, τις παραρρίνιους κόλπους, τις κοιλότητες των μέσων ώτων, που παραμένει ίδια με την περιβαλλοντική πίεση, αρκεί οι έξω ακουστικοί πόροι των αυτιών του να είναι καθαροί και τα στόμια εξόδου των παραρρινίων κόλπων να παραμένουν ανοικτά.

 

Η βασική αιτία του ανάστροφου αυτιού είναι η υδατοστεγής  ελαστική κουκούλα της καταδυτικής στολής του δύτη, η οποία ως κλειστή κοιλότητα  καλύπτει και τα στόμια των έξω ακουστικών πόρων των αυτιών του. Στην κοιλότητα της κουκούλας του δύτη υπάρχει μερικό κενό και η πίεση μπορεί να πέσει κάτω από την πίεση που επικρατεί στους ιστούς. Η ελάττωση της πίεσης κάτω από το σκούφο και στον αυλό του έξω ακουστικού πόρου κάνει το τύμπανο να ΄΄φουσκώσει΄΄ προς τα έξω, όπως η ακίνδυνη εξώθηση του τυμπάνου που προκαλείται με τη δοκιμασία Βαλσάλβα, η οποία ποτέ δεν προκαλεί πόνο σε ένα υγιές αυτί.

 

Καθώς ο δύτης καταδύεται αυξάνει η αρτηριακή του πίεση από την πίεση που ασκεί το νερό στο σώμα του. Φυσικά η διαφορά της συστολικής/διαστολικής πίεσης του δύτη παραμένει η ίδια και καθώς η πίεση των υγρών του σώματος επίσης αυξάνει  από την εξωτερική πίεση η περιφερική αντίσταση και το έργο της καρδιάς παραμένουν σχεδόν αναλλοίωτα. Στην πραγματικότητα είναι ελαφρώς ελαττωμένα λόγω περιορισμού της υδροστατικής πίεσης μέσα στο αγγειακό σύστημα. Όμως, όπως περιγράφηκε πιο πάνω, η πίεση κάτω από την καταδυτική στολή και ως εκ τούτου και στον αυλό του έξω ακουστικού πόρου των αυτιών είναι μικρότερη από την εξωτερική πίεση, ενώ η αυξημένη αρτηριακή πίεση τείνει παθητικά να διαστείλει τα τριχοειδή αιμοφόρα αγγεία στην επιφάνεια του σώματος. Πραγματική αγγειοδιαστολή δεν συμβαίνει στην επιφάνεια του σώματος που υποστηρίζεται από την εξωτερική πίεση δια μέσου της άμεσης επαφής της στολής με το δέρμα του δύτη. Όμως δεν υπάρχει τέτοια υποστήριξη στις περιοχές του δέρματος του αυλού του έξω ακουστικού πόρου. Το δέρμα του έξω ακουστικού πόρου είναι προσκολλημένο στο περιόστεο του έξω ακουστικού πόρου. Κάτω από το δέρμα υπάρχει ελάχιστος υποδόριος ιστός, μέσα στον οποίον τα τριχοειδή αρτηρίδια έχουν ελάχιστα περιθώρια να διασταλούν. Οποιαδήποτε τάση για αγγειοδιαστολή αυτών των τριχοειδών διαχωρίζει το δέρμα από το περιόστεο, δημιουργώντας αρχικά πετέχιες και στη συνέχεια φυσαλίδες, παρόμοιες με αυτές που παρατηρούνται στο ανάστροφο αυτί. Τα ανωτέρω τα απέδειξε πειραματικά ο Jarrett (1961)[38].

 

O κίνδυνος πρόκλησης ανάστροφου αυτιού υπάρχει όταν ο,τιδήποτε φράσει τον έξω ακουστικό πόρο, όπως η εισαγωγή ωτασπίδων, παρουσία βύσματος κυψελίδας ή χρησιμοποίηση καταδυτικής στολής από μη πορώδεςελαστικό. Η χρήση ωτασπίδων απαγορεύεται κατά την κατάδυση ή την πτήση με αεροπλάνο. Η χρήση ωτασπίδων κατά την ανάδυση από βάθος ή την άνοδο σε υψόμετρο με αεροσκάφος, όχι μόνον μπορεί να προκαλέσει ανάστροφο αυτί, αλλά μπορεί να μπορεί να τραυματίσει τα τύμπανα, καθώς με την αυξανόμενη πίεση οι ωτασπίδες μπορεί να καρφωθούν στα τύμπανα.

 

Θεραπεία: Συνήθως το ρήγμα του τυμπάνου κλείνει μόνο του χωρίς θεραπεία συνήθως μέσα σε δύο εβδομάδες. Χορηγείται προληπτικά αντιβιοτικό και απαγορεύεται  κολύμβηση και οι καταδύσεις μέχρις ότου κλείσει η ρήξη του τυμπάνου.

 

Πρόληψη: Αν ένας ερασιτέχνης δύτης επιθυμεί να καταδυθεί σε ψυχρό νερό θα πρέπει να επιλέξει καταδυτική στολή από πορώδες ελαστικό. Αυτό το υλικό ποτέ δεν προκαλεί ανάστροφο αυτί, διότι το πορώδες υλικό αδυνατεί να διατηρήσει ένα μερικό κενό στους έξω ακουστικούς πόρους, ενώ ποτέ δεν δημιουργούνται πετέχιες στο δέρμα του τυμπάνου και του έξω ακουστικού πόρου.

 

Βαροτραύμα μπορεί να εκδηλωθεί και σε τεχνητές κοιλότητες, όπως αυτές που δημιουργούνται από τη χρήση καταδυτικών γυαλιών ή καταδυτικής προσωπίδας. Μια κατάδυση μπορεί να προκαλέσει βαροτραυματική αιμορραγία τν επιπεφυκότων. Για τις καταδύσεις προτιμάται η προσωπίδα που καλύπτει τα μάτια και τη μύτη, διότι μπορεί να φυσήξει ο δύτης τον αέρα μέσα στην προσωπίδα και έτσι να κάνει εξίσωση των πιέσεων κατά την κατάδυση.

 

ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΤΟΥ ΕΣΩ ΩΤΟΣ

Το Το αιφνίδιο  βαροτραύμα του μέσου ωτός ή μια  βίαιη δοκιμασία Βαλσάλβα, που θα γίνει για να αντιρροπιστείαυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει βλάβη, είτε στον κοχλία, είτε στην αίθουσα του λαβυρίνθου με τον εξής μηχανισμό. Όταν η εξωτυμπανική πίεση αυξάνει κατά τη διάρκεια μιας κατάδυσης το τύμπανο  υφίσταται μια εισολκή, που το ωθεί προς τα μέσα. Αυτό έχει ως επακόλουθο η βάση του αναβολέα να ασκήσει πίεση στην ωοοειδή θυρίδα και την προώθηση της περιλέμφου προς την στρογγύλη θυρίδα που υφίσται εξωλκή (φουσκώνει προς τα έξω).

 

alt

Εικ. 12. Φυσιολογική απεικόνιση του μέσου ωτός, της Ευσταχιανής σάλπιγγας και του στομίου της, καθώς και της ωοειδούς και της στρογγύλης θυρίδας.

 


alt

 Εικ.  13. Περιλεμφικό συρίγγιο στην ωοειδή και στρογγύλη θυρίδα του έσω ωτός, όταν ο δύτης κάνει βίαια τη δοκιμασία Βαλσάβα, προκειμένου να επιτύχει την εξίσωση των πιέσεων στα αυτιά.

Το αιφνίδιο βαρο-τραύμα του μέσου ωτός ή μια  βίαιη δοκιμασία Βαλσάλβα, που θα γίνει για να αντιρροπιστεί αυτή η κατάσταση μπορεί να προκαλέσει βλάβη, είτε στον κοχλία, είτε στην αίθουσα του λαβυρίνθου με τον εξής μηχανισμό. Όταν η εξωτυμπανική πίεση αυξάνει κατά τη διάρκεια μιας κατά-δυσης το τύμπανο  υφίσταται μια εισολκή, που το ωθεί προς τα μέσα. Αυτό έχει ως επακόλουθο η βάση του αναβολέα να ασκήσει πίεση στην ωοοειδή θυρίδα και την προώθηση της περιλέμφου προς την στρογγύλη θυρίδα που υφίσται εξωλκή (φου-σκώνει προς τα έξω). Όπως έχει ήδη αναφερθεί το παθητικό άνοιγμα του στομίου της Ευσταχιανής σάλ-πιγγας προκαλεί εξί-σωση της εξωτυμπα-νικής και οπισθοτυ-μπανικής πίεσης. Σε περίπτωση που η αλλαγή της πίεσης γίνει απότομα ή βίαια, η ξαφνική και  ανεξέ-λεγκτη κίνηση της βάσης του αναβολέα προς τα έξω μπορεί να δημιουργήσει μια εξίσου ισχυρή περιδύνυση της περιλέμφου στην ωτική κάψα. Μια τέτοια αντίδραση μπορεί να βλάψει τη βασική μεμβράνη στη βασική κλίμακα του κοχλία.

 

Όπως έχει ήδη αναφερθεί το παθητικό άνοιγμα του στομίου της Ευσταχιανής σάλπιγγας προκαλεί εξίσωση της εξωτυμπανικής και οπισθοτυμπανικής πίεσης. Σε περίπτωση που η αλλαγή της πίεσης γίνει απότομα ή βίαια, η ξαφνική και  ανεξέλεγκτη κίνηση της βάσης του αναβολέα προς τα έξω μπορεί να δημιουργήσει μια εξίσου ισχυρή περιδύνυση της περιλέμφου στην ωτική κάψα. Μια τέτοια αντίδραση μπορεί να βλάψει τη βασική μεμβράνη στη βασική κλίμακα του κοχλία και να προκληθεί μόνιμη νευραισθητήρια βαρηκοία στις υψηλές συχνότητες, που συνοδεύονται και από εμβοές ποικίλης έντασης. Η μονόπλευρη βίαιη κίνηση του αναβολέα μπορεί να διεγείρει τη σύστοιχη αίθουσα που έχει ως επακόλουθο την πρόκληση ιλίγγου.

 

Μια εξ ίσου γρήγορη προς τα έξω κίνηση του αναβολέα, που θα προκληθεί από μια βίαιη δοκιμασία Βαλσάλβα μπορεί να ΄΄αποπωματίσει΄΄ τη βάση του αναβολέα από την ωοειδή θυρίδα, να προκληθεί διαρροή περιλέμφου (περιλεμφικό συρίγγιο), που οδηγεί σε στιγμιαία ή εξελισσόμενη νευραισθητήρια βαρηκοία με εμβοές και ή με ίλιγγο. Αυτός ο ΄΄αποπωματισμός΄΄ ενισχύεται  από την αυξημένη πίεση στο μέσον ους (αυτί) που ασκείται πάνω στη λεπτού πάχους στρογγύλη θυρίδα, η οποία προβάλει προς τα έσω και μπορεί να ριχτεί και να προκληθεί περιλεμφικό συρίγγιο.

 

Τα συμπτώματα του περιλεμφικού συριγγίου  είναι το αίσθημα πληρότητας του αυτιού (μπούκωμα), πτώση της ακοής (άμεση ή καθυστερημένη που εκδηλώνεται μέσα σε λίγες μέρες), απώλεια ακοής στις υψηλές συχνότητες, απώλεια ικανότητας διακρίσεως λέξεων), εμβοές και ίλιγγος ποικίλου βαθμού [40].

 

Θεραπεία: Συνιστάται η παραμονή του ασθενούς στο κρεβάτι του με ανεβασμένο το προσκεφάλαιο κατά 30 μοίρες για τον περιορισμό της ενδοκρανιακής και ενδολαβυρινθικής πίεσης, που επιτρέπει την αυτόματη ίαση του συριγγίου συνήθως σε λίγες ημέρες σε πολλές περιπτώσεις. Αν παρά την ανάπαυση στο κρεβάτι επιμένει η βαρηκοία, θα πρέπει μέσα σε 10-12 ημέρες να αποκατασταθεί το συρίγγιο χειρουργικά, τοποθετώντας μόσχευμα περιτονίας ή περιχονδρίου που συμπιέζεται με gelfoam [40].

 

 

ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ, ΠΟΥ ΕΚΔΗΛΩΝΟΝΤΑΙ ΣΕ ΣΤΑΘΕΡΗ ΥΠΕΡΒΑΡΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ

Σε καταστάσεις υπερατμοσφαιρικής πίεσης, όπως αυτές της κατάδυσης μπορεί να προκληθεί νάρκωση από άζωτο και οξυγόνο, η οποία είναι επακόλουθο των αυξημένων μερικών πιέσεων του αζώτου και του οξυγόνου αντιστοίχως στο αίμα και τους λοιπούς ιστούς του σώματος. Ο κίνδυνος να προκληθούν οι παραπάνω καταστάσεις σχετίζεται άμεσα με το βάθος της κατάδυσης και τη διάρκειά της.

 

Η νάρκωση από άζωτο μοιάζει με τη δηλητηρίαση από οινόπνευμα, προκαλώντας ευφορία, ζάλη, διαταραχή της κρίσεως, διανοητική σύγχυση και αποπροσανατολισμό. Η πρόληψη της νάρκωσης από άζωτο προλαμβάνεται με την αντικατάσταση του αζώτου με λιγότερο τοξικό αέριο, το  ήλιο [48].

 

Η ακριβής αιτία της δηλητηρίασης από οξυγόνο είναι άγνωστη, μπορεί όμως να οδηγής3ει σε ναυτία, έμετο, μυικούς σπασμούς, ακουστικές και οπτικές διαταραχές και ξαφνικούς σπασμούς.

 

Το ελάχιστο βάθος στο οποίο μπορεί να προκληθεί δηλητηρίαση από οξυγόνο είναι τα 40 πόδια [48].. Μερικά συμπτώματα μπορεί να προκληθούν από την εισπνοή 100% οξυγόνου σε συνολική πίεση μέχρι 380mmHg  σε καταστάσεις υποατμοσφαιρικής πίεσης, για παρατεταμένες περιόδους.

 

Οι διαταραχές της ισορροπίας που παρατηρούνται με τη νάρκωση από άζωτο και οξυγόνο φαίνεται να σχετίζονται με τα αποτελέσματά τους μάλλον από το κεντρικό νευρικό σύστημα, παρά από οποιαδήποτε δυσλειτουργία του τελικού αιθουσαίου οργάνου. Αυτές τις καταστάσεις πρέπει να έχει κατά νου ο γιατρός, όταν παραπονεθεί   ο δύτης για ζάλη, ενώ βρίσκεται  βαθειά στο βυθό.  Αιφνίδιες αλλαγές των εισπνεομένων αερίων σε μεγάλα βάθη μπορεί να οδηγήσουν  σε δευτεροπαθή ίλιγγο, είτε λόγω βλάβης του τελικού οργάνου της ισορροπίας ή διαταραχής του κεντρικού νευρικού συστήματος [47]

 

ΩΤΟΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΤΗΣ ΑΝΑΔΥΣΗΣ ΤΟΥ ΔΥΤΗ (ΦΑΣΗ ΑΠΟΣΥΜΠΙΕΣΗΣ)

Ίλιγγος από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo). Καθώς ο δύτης ανεβαίνει προς την επιφάνεια του νερού   (ή ο πιλότος ανεβαίνει σε μεγάλο υψόμετρο) εκπτύσσονται αέρια που υπάρχουν μέσα στις κοιλότητες των μέσων ώτων του, αυξάνοντας τη σχετική μέση πίεση του μέσου ωτός. Αν η εξίσωση των πιέσεων, που επιτυγχάνεται μέσω των Ευσταχιανών σαλπίγγων γίνει ασύμμετρα για τα δύο αυτιά, τότε μπορεί να προκληθεί ίλιγγος, ο λεγόμενος ίλιγγος από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo), που συνοδεύεται από νυσταγμό.  Σ’ αυτή την περίπτωση η μία Ευσταχιανή σάλπιγγα ανοίγει λιγότερο ή περισσότερο από την άλλη [41, 42, 43] .

 

Η συχνότητα του ίλιγγου από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo) μπορεί να εκδηλωθεί στο 9% των δυτών [44].  Κατά τον Lundgren CEG ο δύτης μπορεί να κάνει μια σχετική υπερπίεση στο ένα μέσο ους του, καθώς αναδύεται (ή κατά την βίαιη δοκιμασία Βαλσάλβα που κάνει προσπαθώντας ν’ ανοίξει κάποια από τις Ευσταχιανές του σάλπιγγες.  Στη μονόπλευρη υπερπίεση το τύμπανο ΄΄φουσκώνει ΄΄ προς τα έξω  έλκοντας ταυτόχρονα και τη βάση του αναβολέα από την ωοειδή θυρίδα και προκαλώντας εισολκή (φούσκωμα προς το έσω ους) της στρογγύλης θυρίδας. Το γεγονός αυτό συνοδεύεται από περιδύνηση των υγρών του έσω ωτός, μονόπλευρη αιθουσαία διέγερση και ίλιγγο [43].

 

Ο ίλιγγος από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo) συνήθως είναι ήπιος και υποχωρεί καθώς συνεχίζει την ανάδυση ο δύτης. Μόλις η πίεση στις κοιλότητες των μέσων ώτων φθάσει την περιβαλλοντική εξαφανίζεται το ερέθισμα που προκάλεσε τον ίλιγγο [42].

 

Σε μερικές περιπτώσεις ο ίλιγγος μπορεί να επιμένει, εφόσον συνεχίζεται η ανισορροπία των πιέσεων μετά την έξοδό του δύτη από το νερό. Σ’ αυτές τις περιπτώσεις το έσω ους ή το τύμπανο μπορεί να υποστούν βλάβη.

 

. Ο ίλιγγος από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo) γίνεται εντονότερος όταν ο δύτης βρίσκεται σε κάθετη θέση. Το αίσθημα της περιστροφής από τον ίλιγγο γίνεται αισθητό  προς το αυτί στο οποίο υπάρχει υψηλότερη πίεση και τείνει να εκδηλωθεί μόλις η πίεση διαφέρει κατά 60 cm  ή περισσότερο [45, 46].

 

Ένας παρόμοιος ίλιγγος μπορεί να συμβεί επίσης ως επακόλουθο άνισης θερμικής διέγερσης του ενός λαβυρίνθου του σε σύγκριση με τον άλλο λαβύρινθο, όταν ο δύτης βρίσκεται σε πρηνή θέση  σε ψυχρό νερό, που εισέρχεται κάτω από τον καταδυτικό σκούφο μόνο στο ένα αυτί.

 

Ο ίλιγγος από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo) μπορεί να συμβεί  και στο βαροτραύμα της κατάδυσης (κατά την κάθοδο)  και ή από τη δράση των ρινικών ψεκασμών αποσυμφορητικού.

 

Έχει παρατηρηθεί ότι τα άτομα με ιστορικό μέσης ωτίτιδας ή δυσλειτουργία της Ευσταχιανής σάλπιγγας ή με δυσκολία να εξισώσουν κατά την κατάδυση είναι επιρρεπέστερα στον ίλιγγο από ασύμμετρη εξίσωση πιέσεων (alternobaric vertigo) [45, 46].

 

κατά τη διάρκεια μιας ανάδυσης, κατά την οποία ο δύτης δεν εκπνέει επαρκώς τα εκπτυσσόμενα αέρια προκαλούν ρήξη των κυψελίδων των πνευμόνων, επιτρέποντας τη διαφυγή φυσαλίδων  προς την αρτηριακή κυκλοφορία. Η εγκεφαλική εμβολή με αέρα είναι η μεγαλύτερη καταστροφή που μπορεί να προκληθεί  σ’ αυτή την περίπτωση, ενώ οι αιθουσαίες διαταραχές είναι ελάσσονος σημασίας.

 

Οι βλάβες του έσω ωτός που συνοδεύονται από βαρηκοία, εμβοές και ή ίλιγγο μπορεί να είναι ή κύρια ή μόνη εκδήλωση της νόσου της αποσυμπίεσης (decompression  sickness)  ή νόσου των δυτών (bends). H κατάσταση αυτή σχετίζεται με την απελευθέρωση φυσαλίδων αζώτου στην κυκλοφορία του αίματος και τους άλλους ιστούς του σώματος, καθώς η διαλυτότητά του αυξάνει κατά τη διάρκεια της ελάττωσης της πίεσης [47].

 

Όσο περισσότερο διαρκεί η κατάδυση και όσο βαθύτερα κατέρχεται ο δύτης, τόσο περισσότερο άζωτο διαλύεται και τόσο αργότερα πρέπει να αναδύεται ο δύτης, ώστε να επιτρέπει στις φυσαλίδες να διασπώνται και να εκπνέονται από  τους πνεύμονες. Για την ασφαλή ανάδυση χρησιμοποιούνται ειδικοί πίνακες που καθορίζουν τον ασφαλή ρυθμό ανάδυσης. Άλλα συμπτώματα που μπορεί να εμφανίσει ο δύτης είναι κνησμός, παραισθησίες, πόνοι στις αρθρώσεις, διαταραχές του κεντρικού νευρικού συστήματος (προβλήματα όρασης, παράλυση, σπασμοί και δύσπνοια [48].

 

Εφόσον εκδηλωθούν συμπτώματα η εφαρμογή κατάλληλης επανασυμπίεσης είναι κρίσιμη, προκειμένου να αποφευχθούν μόνιμες βλάβες στο δύτη. Υπενθυμίζεται ότι δεν προκαλείται νόσος των δυτών σε ρηχές καταδύσεις (λιγότερο από 30 πόδια ή 10 περίπου μέτρα), ανεξάρτητα από τη διάρκεια της κατάδυσης ή την ταχύτητα τηςανάδυσης, οπόταν θα πρέπει να αναζητούνται άλλα αίτια για την πρόκληση των συμπτωμάτων. Σε περίπτωση μιας βλάβης του έσω ωτός  που προκλήθηκε κατά την κατάδυση θα πρέπει να έρχεται  κατά νου η πιθανότητα ρήξης κάποιας θυρίδας  έσω ωτός (ωοειδής ή στρογγύλη θυρίδα) και ότι σ’αυτή την περίπτωση δεν επιτρέπεται η επανασυμπίεση [48].  Σύμφωνα με τις υπάρχουσες γνώσεις η αντιμετώπιση της ωτολογικής νόσου αποσυμπίεσης θα πρέπει να περιλαμβάνει: 1. Κατάλληλη επανασυμπίεση σε τουλάχιστον 99 πόδια βαθύτερα από το βάθος στο οποίο συνέβη το ατύχημα.

 

2. Επανασυμπίεση, χρησιμοποιώντας το προηγηθέν μείγμα ηλίου οξυγόνου, όταν η βλάβη συμβαίνει κατά τη διάρκεια ή λίγο μετά από την αλλαγή από το ήλιο-οξυγόνο προς τον αέρα κατά τη διάρκεια των προσφάτων σταδίων της αποσυμπίεσης.

 

3. Τη χρήση παρεντερικής διαζεπάμης για την ανακούφιση του συμπτώματος και τις κυκλικές εισπνοές οξυγόνου εμπλουτισμένες με αέρια.

 

4. Την αποφυγή άλλων καταδύσεων από  δύτες που παρουσίασαν μόνιμες βλάβες του έσω ωτός και αφού έχουν υποχωρήσει τα οξέα συμπτώματα [49].

 

ΒΑΡΟΚΟΛΠΙΤΙΔΑ (ΒAROSINUSITIS) [ΒΑΡΟΤΡΑΥΜΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΚΑΘΟΔΟ (ΦΑΣΗ ΣΥΜΠΙΕΣΗΣ)]

Κατά την κατάδυση ή σε μια πτήση οι παραρρίνιες κοιλότητες μπορεί να υποστούν βαροτραύμα, που λέγεται βαροκολπίτιδα. Κάτω από φυσιολογικές συνθήκες, οι παραρρίνιοι κόλποι , όπως και η κοιλότητα του μέσου ωτός περιέχουν αέρα, των  οποίων η πίεση  είναι η ίδια με αυτήν που υπάρχει στις ρινικές θαλάμες και το ρινοφάρυγγα[Εικ. 14]. Ο βλεννογόνος που καλύπτει τις ρινικές θαλάμες συνεχίζει την πορεία του μέσα στις ρινικές κοιλότητες δια των στομίων των τελευταίων [Εικ. 14α] . Τα στόμια των παραρρινίων κόλπων επιτρέπουν την είσοδο αέρα μέσα στους κόλπους και έτσι εξασφαλίζεται ίση πίεση αέρα μέσα στις κοιλότητες των κόλπων και της μύτης.  Η διάμετρος των στομίων επικοινωνίας των παραρρινίων κόλπων προς τις ρινικές κοιλότητες ποικίλει και μπορεί να είναι της τάξεως από 0,1-2-3 mm. Όσο μικρότερη είναι η διάμετρος αυτών των στομίων, τόσο ευκολότερα προκαλείται η απόφραξή τους, αν δημιουργηθεί οίδημα του βλεννογόνου, εξαιτίας μιας φλεγμονής ή άλλης παθολογικής καταστάσεως των κόλπων.

 

Ο επαρκής αερισμός και εξίσωση των πιέσεων  μέσα στους παραρρίνιους κόλπους  εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ομαλή λειτουργία της μύτης.  Ο αερισμός των παραρρινίων κόλπων συγκρίνεται με αυτόν της κοιλότητας του μέσου ωτός,  μέσω της Ευσταχιανής σάλπιγγας, αν και η διάμετρος των στομίων των κόλπων δεν επηρεάζεται από την εκούσια εξίσωση των πιέσεων. Γιαυτό άλλωστε είναι δύσκολη ή αδύνατη η εξίσωση των πιέσεων κάτω από ορισμένες συνθήκες.

 

altΕικ. 14Οι παραρρίνιες κόλποι είναι αεροφόρες κοιλότητες που επικοινωνούν με τις ρινικές κοιλότητες μέσω στομίων.

altΕικ. 14α.Τα στόμια εξόδου και αερισμού του αριστερού ιγμορείου άντρου και του αριστερού μετωπιαίου κόλπου.  Όσο μικρότερη είναι η διάμετρος αυτών των στομίων, τόσο ευκολότερα προκαλείται η απόφραξή τους, αν δημιουργηθεί οίδημα του βλεννογόνου, εξαιτίας μιας φλεγμονής ή άλλης παθολογικής καταστάσεως των κόλπων.

Παρά τούτο, η δοκιμασία Βαλσάλβα, που γίνεται με σκοπό να προκληθεί εξίσωση πιέσεων μεταξύ της κοιλότητας του μέσου ωτός και του περιβάλλοντος, μέσω της Ευσταχιανής σάλπιγγας, συνήθως εξισώνει και τις πιέσεις μέσα στους παραρρίνιους κόλπους και τις ρινικές κοιλότητες. Στη βαροκολπίτιδα συμμετέχουν τα ιγμόρεια άντρα, οι ηθμοειδείς κυψέλες [1] και οι μετωπιαίοι κόλποι. Αναφέρεται επίσης η πρόκληση βαροτραύματος του σφηνοειδούς κόλπου, μετά από ελεύθερη κατάδυση σε βάθος 12 μέτρων σε δύο άτομα ηλικίας 29 και 37 ετών, που αποδείχτηκε με αξονική και μαγνητική τομογραφία [3].  Το βαροτραύμα του σφηνοειδούς κόλπου, που προκλήθηκε μετά από άνοδο στην επιφάνεια της θάλασσας, μπορεί να εμφανιστεί στην αξονική ή μαγνητική τομογραφία ως συσσώρευση αέρα στην περιοχή του τουρκικού εφιππείου [4].

 

Ο μετωπιαίος κόλπος επικοινωνεί με τη σύστοιχη ρινική θαλάμη μέσω του μετωπορινικού πόρου, ο οποίος θα μπορούσε να συγκριθεί με την Ευσταχιανή σάλπιγγα. . Στο 80 % των ατόμων ο μετωπορρινικός πόρος εκβάλλει στις πρόσθιες ηθμοειδείς κυψέλες ακολουθώντας μια γεμάτη στροφές πορεία, που την καθιστά ευάλωτη στην πρόκληση απόφραξης από το οίδημα του βλεννογόνου της ή από την ύπαρξηπολυπόδων, όγκων ή συσσωρευμένες λοιμώδεις εκκρίσεις.

 

 

alt

 

Στις εικόνες Κ1, Κ2, Κ3, Κ4 περιγράφεται η σταδιακή διαδικασία της πρόκλησης της βαροκολπίτιδας (βαροτραύμα) κατά την κάθοδο προς το βυθό (φάση συμπίεσης). Στην εικόνα Κ1 Διακρίνεται το δεξιό ιγμόρειο άντρο με το βλεννογόνο του που επιτρέπει τη διέλευση αέρα από το στόμιο της εξόδου του προς τη δεξιά ρινική κοιλότητα. Καθώς αρχίζει η κατάδυση και αυξάνει η εξωτερική περιβαλλοντική πίεση μπορεί να αποφραχτεί το στόμιο εξόδου του  κολπικού βλεννογόνου, είτε από αγγειακή συμφόρηση του βλεννογόνου [Εικ. Κ2],  είτε από την παρουσία πολυπόδων στη ρινική θαλάμη [14] [Εικ. Κ3] ή την παρουσία κάποιου καλοήθους ή κακοήθους όγκου του ιγμορείου, ενώ ταυτόχρονα ελαττώνεται ο όγκος του αέρα μέσα στα ιγμόρεια.

 

Εφόσον δεν ανοίγει το στόμιο εξόδου των ιγμορείων  και επιμένει η απόφραξή τους, όσο συνεχίζεται η κατάδυση, ο συνεχώς περιοριζόμενος όγκος του αέρα μέσα στα ιγμόρεια ασκεί ένα συνεχιζόμενο αναρροφητικό αποτέλεσμα επί του βλεννογόνου, ο οποίος καθώς εξοιδαίνεται προκαλεί επιδείνωση της απόφραξης του στομίου εξόδου των άντρων [Εικ.Κ4].

 

Κατά τη φάση της ανόδου του καταδυθέντος στην επιφάνεια του νερού ή τη λεγόμενη φάση αποσυμπίεσης μπορεί να προκληθεί το ανάστροφο φαινόμενο και πάλι να αποφραχτούν τα στόμια των παραρρινίων κόλπων, είτε από οίδημα του βλεννογόνου των κόλπων, είτε από την παρουσία πολυπόδων του βλεννογόνου των κόλπων, είτε από την παρουσία συσσωρευμένων εκκρίσεων μέσα στους κόλπους, όπως επί παρουσίας μιας χρονίας ρινοκολπίτιδας, αλλεργικής ρινοκολπίτιδας ή ενός ιογενούς συναχιού.

 

Αντίθετα από  το βαροτραύμα του μέσου ωτός η βαροκολπίτιδα μπορεί να εμφανιστεί εξίσου, τόσο κατά την κατάδυση, όσο και κατά την ανάδυση του δύτη (φάση αποσυμπίεση και  συμπίεσης) [Εικ. 3 Α1, Α2, Α3, Α4 ] .

 

 

alt

 

Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι η μηχανική απόφραξη  της μύτης, σε ορισμένα άτομα που οφείλεται σε παλαιούς ρινικούς τραυματισμούς ή σε έντονη σκολίωση του ρινικού διαφράγματος ή κακή λειτουργία της ρινικής βαλβίδας ή συμφόρηση με μπούκωμα της μύτης, είτε λόγω αλλεργίας είτε από μη αλλεργική ρινίτιδα μπορεί να συμβάλουν στην δημιουργία βαροκολπίτιδας. Ακόμη και στους καλύτερα εκπαιδευμένους καταδύτες μπορεί να προκληθεί βαροκολπίτιδα  αν καταδυθούν υποφέροντας από το συνηθισμένο συνάχι. Κάθε μορφή ρινίτιδας προκαλεί οίδημα του ρινικού βλεννογόνου, που μπορεί να αποφράξει το στόμιο εξόδου των παραρρινίων κόλπων (ιγμόρεια, μετωπιαίος κόλπος) και να συμβάλλει στη δημιουργία της βαροκολπίτιδας. Όσο μικρότερη είναι η διάμετρος των στομίων εξόδου των ιγμορείων ή όσο περισσότερο ελικοειδής είναι ο μετωπορρινικός πόρος, τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει να πάθει κανείς ευκολότερα βαροκολπίτιδα, αν καταδυθεί με συνάχι ή μπούκωμα της μύτης οποιασδήποτε αιτιολογίας [18].

 

Παθοφυσιολογικά γεγονότα που συμβαίνουν σε μια βαροκολπίτιδα

Ας υποθέσουμε ότι υπάρχει μια απόφραξη του στομίου εξόδου  ενός ιγμορείου άντρου χωρίς αλλαγές της περιβαλλοντικής πίεσης. Σ’ αυτή την περίπτωση υπάρχει κάποια απορρόφηση οξυγόνου από το βλεννογόνο που καλύπτει τα τοιχώματα του ιγμορείου, του εγκλωβισμένου αέρα μέσα στο ιγμόρειο.. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στη δημιουργία σχετικού κενού.

 

Ο βλεννογόνος του ιγμορείου εμφανίζει οίδημα και αυτό εκδηλώνεται κλινικά με κάποιου βαθμού προσωπαλγία. Ο πόνος στο πρόσωπο εντοπίζεται κυρίως προς την  περιοχή του πάσχοντος ιγμορείου. Όταν όμως βρεθεί ο πάσχων σε συνθήκες κατάδυσης η ατμοσφαιρική ή περιβαλλοντική πίεση που ασκεί το νερό που περιβάλλει το σώμα του δύτη ασκείται σε όλο το σώμα του, περιλαμβανομένων και των αιμοφόρων αγγείων του.

 

Καθώς ο δύτης καταδύεται η πίεση αυξάνει επί όλων των ιστών, εκτός από τις ασυμπίεστες κοιλότητες των μέσων ώτων και των παραρρινίων κόλπων που περιβάλλονται ερμητικά από οστά [Εικ. 2 Α1]. Γιαυτό το λόγο, μέσα στην κολπική κοιλότητα του ιγμορείου υπάρχει μια σχετικά περιορισμένη πίεση αέρα, πράγμα που κάνει το αίμα να πλημμυρίσει τα αγγεία του κολπικού βλεννογόνου [Εικ. 15 Α1]. Εξαιτίας της υπερβολικής συμφόρησης με αίμα των αγγείων του κολπικού βλεννογόνου τελικά προκαλείται οίδημα του βλεννογόνου και  εξέρχεται οροαιματηρό εξίδρωμα στην κοιλότητα του κόλπου.. Είναι δυνατόν επίσης να προκληθεί πραγματική αιμορραγία μέσα στην κολπική κοιλότητα. Η έκταση της παθολογοανατομικής βλάβης είναι ανάλογη προς το βαθμό της διαφορικής πίεσης και τη διάρκεια του χρόνου διατήρησης της μη εξισωμένης πίεσης . Το γεγονός ότι οι πιέσεις των ιστών του σώματος είναι περίπου 1/20  ατμόσφαιρας  μεγαλύτερες  από τις περιβαλλοντικές τους αυξάνει την τάση σχηματισμού εξιδρώματος στο υπερβαρικό περιβάλλον..

 

Κατά τη διάρκεια της περιόδου κατά την οποία ξανανοίγει το στόμιο εξόδου του ιγμορείου ή του μετωπορρινικού πόρου είναι σύνηθες για τον δύτη-πάσχοντα να παρατηρήσει να βγαίνει από το ρουθούνι του οροαιματηρό υγρό ή καθαρό αίμα, καθώς αδειάζει το περιεχόμενο του κόλπου. Το κύριο κλινικό χαρακτηριστικό της βαροκολπίτιδας του ιγμορείου είναι ο πόνος στην περιοχή του πάσχοντος ιγμορείου ή στο ήμισυ του προσώπου. Άλλοτε πάλι ο πόνος ανακλάται στην περιοχή του σύστοιχου μετωπιαίου κόλπου μέσω του ρινοδακρυικού νεύρου. Αν εκδηλωθείς οξύς επίμονος μετωπιαίος πονοκέφαλος, μετά από κατάδυση, που επιμένει και επιδεινώνεται τις επόμενες 12 ώρες, ο ασθενής θα πρέπει να ερευνάται με αξονική και μαγνητική τομογραφία για να αποκλειστεί η παρουσία αερίου και βλέννας (πνευμο- και βλεννοκέφαλος) στον επισκληρίδιο χώρο του εγκεφάλου [2].

 

Καθυποτροπήν βαροκολπίτιδα

Σε περίπτωση που η βαροκολπίτιδα υποτροπιάζει  μπορεί να αντιμετωπιστεί επιτυχώς με διάφορες χειρουργικές τεχνικές που διευρύνουν το στόμιο εξόδου του κόλπου που πάσχει. Στην περίπτωση βαροτραύματος του μετωπιαίου κόλπου εφαρμόζονται ειδικές χειρουργικές τεχνικές , όπως η πλήρης σφηνοειδεκτομή με εκτομή του μετωπιαίου κόλπου κατά  Draf IIA ή η τροποποιημένη κατά ενδοσκοπική χειρουργική επέμβαση[5].

 

ΕΠΙΜΕΝΟΥΣΑ ΚΕΦΑΛΑΛΓΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΣΩΠΑΛΓΙΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΚΑΤΑΔΥΣΗ[8].

Μετά από μια κατάδυση ο δύτης μπορεί να παραπονεθεί για επίμονο πονοκέφαλο. Συνήθως αυτός ο πονοκέφαλος είναι καλοήθης και υποχωρεί μόνος του. Όμως ο μετά την κατάδυση πονοκέφαλος μπορεί, μερικές φορές,   να οφείλεται σε μια σοβαρής νευρολογική  διαταραχή.  Γιαυτό σε περίπτωση εκδήλωσης μετακαταδυτικού πονοκεφάλου  πρέπει να γίνεται διαφορική διάγνωση  μεταξύ των κλασικών αιτίων κεφαλαλγίας και της κεφαλαλγίας μετά από αρτηριακή εμβολή με αέρι, νόσο αποσυμπίεσης και του ωτικού και παραρινοκολπικού βαροτραύματος [8].Ο ανεπαρκής αερισμός των συμπιεσμένων αερίων μπορεί να οδηγήσει σε συσσώρευση διοξειδίου του άνθρακος, διαστολή των εγκεφαλικών αγγείων και πονοκέφαλο. Άλλοι τύποι πονοκέφαλου που μπορεί να εκδηλωθεί σε δύτες ο πονοκέφαλος μετά από προσπάθεια, πονοκέφαλος μετά από ερεθισμό με ψυχρό ερέθισμα, πονοκέφαλος εκ τάσεως, , οξύς τραυματικός πονοκέφαλος, ημικρανιακή κρίση από υπερβαρική πυροδότηση, αυχενογενής πονοκέφαλος ή συνεπεία της καταπόνησης των κροταφογναθικών διαρθρώσεων, πονοκέφαλος από μονοξείδιο του άνθρακα και πονοκέφαλος από δηλητηρίαση.

 

Η σωστή διάγνωση και η εφαρμογή κατάλληλης θεραπείας απαιτεί την προσεκτική λήψη ιστορικού, τη λεπτομερή νευρολογική εξέταση και την πλήρη κατανόηση των φυσιολογικών καταπονήσεων του οργανισμού του δύτη στο υποβρύχιο περιβάλλον [16] . Η παρουσία εστιακών νευρολογικών συμπτωμάτων, ακόμη και σε κάποιον καταδυθέντα, που είναι γνωστός ημικρανιακός ασθενής δεν πρέπει να αγνοείται και μάλλον να θεραπεύεται αμέσως με χορήγηση 100% οξυγόνου και να παραπέμπεται χωρίς καθυστέρηση σε κέντρο που διαθέτει υπερβαρικό θάλαμο [17].

 

ΣΥΜΠΙΕΣΗ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΗ ΠΡΟΣΩΠΙΔΑ (ΜΑΣΚΑ) (MASKSQUEEZE)

Κατά τη διάρκεια της αυτόνομης κατάδυσης (SCUBA-diving), προκαλούνται σχετικές αλλαγές πίεσης μέσα στην καταδυτική προσωπίδα, σε σχέση με την περιβαλλοντική πίεση και οι οποίες μεταδίδονται στα μάτια και τους περιοφθαλμικούς ιστούς [19] . Όπως, κατά την κατάδυση εξισώνει ο δύτης τις πιέσεις στους αεροφόρους χώρους των κόλπων και των μέσων ώτων, έτσι πρέπει να εξισώνει το χώρο αέρα που περικλείεται μέσα στην καταδυτική του προσωπίδα (μάσκα). Αν κατά την κατάδυση δεν γίνει εξίσωση πιέσεων στον αεροφόρο χώρο της προσωπίδας  ή εάν δεν προστεθεί αέρας στον αεροφόρο χώρο της προσωπίδας, εκπνέοντας από τα ρουθούνια μπορεί να προκληθεί  άνιση πίεση  μεταξύ του αεροφόρου χώρου της καταδυτικής προσωπίδας και της πίεσης των αγγείων του προσώπου. Η σχετικά αρνητική πίεση μπορεί να προκαλέσει ποικίλων βαθμών βαροτραύμα του προσώπου ή κάκωση των μαλακών ιστών του προσώπου που περικλείονται μέσα στην προσωπίδα (πετεχιακές αιμορραγίες στην περιοχή που καλύπτεται από την προσωπίδα και αιμορραγίες κάτω από τους επιπεφυκότες των ματιών.

 

Οι μαλακοί ιστοί κάτω από την προσωπίδα και ιδιαίτερα γύρω από τα μάτια πρήζονται, δημιουργώντας περικογχικό οίδημα, ερυθρότητα και εκχυμώσεις.. Αν και η κλινική εικόνα του βαροτραύματος από καταδυτική προσωπίδα είναι δυσάρεστη , γενικά είναι ήπια και περιορίζεται μόνη της. Οι δύτες θα πρέπει να μαθαίνουν   να εκπνέουν από τη μύτη μέσα στην προσωπίδα τους κατά τη διάρκεια της καθόδου, ώστε να εξισώνεται η πίεση μέσα στην προσωπίδα [20].

 

ΩΤΟΡΙΝΟΛΑΡΥΓΓΟΛΟΓΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΑΤΟΜΟΥ ΓΙΑ ΚΑΤΑΔΥΣΗ

Οι  περισσότεροι δύτες ή υποψήφιοι δύτες επισκέπτονται τον ωτορινολαρυγγολόγο για να τον συμβουλευτούν, αν το ωτορινολαρυγγολογικό τους σύστημα τους επιτρέπει να κάνουν ασφαλώς καταδύσεις. Σύμφωνα με τις συστάσεις της Γερμανικής  Εταιρείας Υποβρύχιας και Υπερβαρικής  Ιατρικής [German Undersea and Hyperbaric Medical Society] , που στηρίζεται στην  κλινική εμπειρία  και της γνώσης του  ΩΡΛ συστήματος των δυτών, που έχουν συσσωρεύσει οι ωτορινολαρυγγολόγοι σήμερα, ακόμη και οι δύτες με ιστορικό ωτορινολαρυγγολογικών προβλημάτων μπορεί να κριθούν ικανοί για καταδύσεις.

 

Οι καταδύσεις μπορούν να ξαναρχίσουν 3 μήνες μετά από μια χειρουργική επέμβαση στο μέσον ους και ιδιαίτερα μετά από τυμπανοπλαστική τύπου Ι, ΙΙ και ΙΙΙ με εισαγωγή μερικής πρόσθεσης οστικής αποκατάστασης [Partial Ossicular Replacement Prosthesis, PORP, όταν υπάρχει κανονικός αερισμός του μέσου ωτός χωρίς ατροφικές ουλές του τυμπάνου. Ακόμη και μετά από επέμβαση στον αναβολέα μπορεί να ξαναρχίσει ο δύτης τις καταδύσεις, αν δεν εκδηλώνει σημεία αιθουσαίου ερεθισμού κατά τη δοκιμασία πρόκλησης ιλίγγου [23], μετά από εμφύτευση ενισχυτών της ακοής στο μέσον ους ή μετά από τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος.

 

Τρείς μήνες μετά από επέμβαση σε κάποιο παραρρίνιο κόλπο ή στη βάση του κρανίου, ακόμη και μετά από μαστοειδεκτομή θα πρέπει να κάνει δοκιμασία καταδυτικής ικανότητας υπό την επίβλεψη του ωτοχειρουργού του, προτού του χορηγηθεί πιστοποιητικό ικανότητας για κατάδυση και κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις που τις θέτει και τις αξιολογεί ο ωτορινολαρυγγολόγος. Η αξιολόγηση της ικανότητας ενός ατόμου να κάνει καταδύσεις μετά από βαροτραύμα του έσω ωτός εξαρτάται από την ακουστική ικανότητα του αυτιού που έχει προσβληθεί. Μετά από νόσο αποσυμπίεσης του έσω ωτός χρειάζεται σχολαστική  και προσεκτική αντιμετώπιση για την παρουσία καταλοίπων της βλάβης στο σύστημα της ακοής και της ισορροπίας και για την πιθανή παρουσία  όπως μια αρτηριοφλεβική επικοινωνία στην καρδιά,  από τα δεξιά στα αριστερά [21, 23].

 

ΟΔΟΝΤΙΑΤΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΝΑΘΟΠΡΟΣΩΠΙΚΑ ΚΑΤΑΔΥΤΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ.

Ο Jagger RG και οι συνεργάτες του στο Division of Restorative Dentistry, Department of Oral and Dental Science, University of Bristol, Bristol, UK. Ερεύνησαν την επίπτωση της προσωπαλγίας και της πρόκλησης κατάγματος δοντιού σε δύτες που χρησιμοποιούσαν αυτόνομη καταδυτική συσκευή (SCUBA diving). Γιαυτό το λόγο έθεσαν κατάλληλο ερωτηματολόγιο  σε διακόσιους δύτες τεσσάρων καταδυτικών κέντρων της βορειοανατολικής ακτής της Αυστραλίας. Με το ερωτηματολόγιο αυτό ελήφθησαν πληροφορίες που αφορούσαν τις καταδυτικές εμπειρίες, την εκδήλωση προσωπαλγίας και οδοντικών συμπτωμάτων κατά την κατάδυση.

 

Από τις 125 απαντήσεις που επεστράφησαν στους ερευνητές (συχνότητα ανταπόκρισης 63%) η επίπτωση της προσωπαλγίας (ο αριθμός των περιπτώσεων μιας νόσου που εμφανίζεται σε έναν  πληθυσμό σε δεδομένο χρόνο) ήταν 44%, ενώ το 21% ανέφερε  οδονταλγία, το 27% πόνο στους παραρρίνιους κόλπους . 16% πόνο στις γνάθους και 12% άλλου τύπου πόνους.     .Η επίπτωση της οδοντέκρηξης ήταν λιγότερη του 1%, ενώ λιγότερη του 1% ήταν η απώλεια ενός σφραγίσματος. Κανένας δεν ανέφερε ξεκόλλημα οδοντικής στεφάνης ή μερικής οδοντοστοιχίας [24].

 

Σύμφωνα με το νόμο του Boyle, όσο αυξάνει η πίεση τόσο ελαττώνεται ο όγκος ενός αερίου και αντιστρόφως. Ο νόμος αυτός ισχύει και κατά την κατάδυση ατόμου, του οποίου λόγω κακής υγιεινής των δοντιών του υπάρχουν μικροί χώροι αέρα στα δόντια ή τα φατνία των δοντιών του. Οι παγιδευμένες ποσότητες αέρα σε παθολογικές οδοντικές κοιλότητες που έχουν ανένδοτα τοιχώματα οδηγούν στη δημιουργία προβλημάτων στο δύτη , διότι κατά την κατάδυση αυτές οι αεροφόρες κοιλότητες δεν μπορούν να περιορίσουν, ούτε να αυξήσουν τις διαστάσεις τους, ανάλογα με το βάθος που καταδύεται ο δύτης. Αν κάποιος καταδυθεί από την επιφάνεια του νερού, οπόταν δέχεται μια ατμόσφαιρα ως περιβαλλοντική πίεση, στα 33 μέτρα (99 πόδια), τότε η πίεση μέσα στις παθολογικές οδοντικές κοιλότητες  θα αυξηθεί κατά 4 ατμόσφαιρες που αντιστοιχεί σε μια πίεση  58.6 lb/sq. In (λίμπρες κατά τετραγωνική ίντσα).

 

Η αύξηση αυτή της πίεσης προκαλεί ισχυρό οδοντόπονο που λέγεται βαροδονταλγία, η οποία ανάλογα με τη σοβαρότητά της παρεμποδίζει την υποβρύχια δραστηριότητα του δύτη ή τον αναγκάζει να εγκαταλείψει την κατάδυση.

Στις παθολογικές καταστάσεις των δοντιών που μπορεί να παγιδέψουν μικροποσότητες αέρα στο εσωτερικό τους και να προκαλέσουν βαροδονταλγία περιλαμβάνονται η οδοντική τερηδόνα, τα ελαττωματικά χείλη των ακινήτων οδοντοστοιχιών, περιοδοντικά αποστήματα, βλάβες του οδοντικού πολφού, ενδοδοντική θεραπεία, ακρορριζικές κύστεις, κύστεις των οστών της άνω και κάτω γνάθου, συμφόρηση του βλεννογόνου που καλύπτει τα ιγμόρεια και επαφή ορισμένων δοντιών με αυτόν.

 

Τα δόντια που βρίσκονται υπό ενδοδοντική θεραπεία (τους έχει γίνει απονεύρωση) και φέρουν προσωρινό σφράγισμα μπορεί να εκραγούν από την έκπτυξη του αέρα που περιέχει η οδοντική κοιλότητα, καθώς ο δύτης κάνει ανάδυση στην επιφάνεια του νερού (οδοντέκρηξη).  Το φαινόμενο αυτό μπορεί συνηθέστερα να παρατηρηθεί στους δύτες μεγάλου βάθους που εισπνέουν μείγμα ηλίου και οξυγόνου [heliox mixture : 21% O2 (το ίδιο όπως ο ατμοσφαιρικός αέρας και  79% ηλίου (He)]. Οι ολικές οδοντικές στεφάνες  από πορσελάνη μπορούν για τον ίδιο λόγο να θρυμματιστούν ακόμη και σε σχετικά μικρό βάθος των 22 μέτρων. Ο θρυμματισμός  μπορεί να προκύψει από τον αποθηκευμένο αέρα στα σημεία ανεπαρκούς συγκόλλησης της στεφάνης  και του οδοντικού στηρίγματός της .

 

Όσοι αποφασίζουν να ασχοληθούν με τις καταδύσεις πρέπει να κάνουν λεπτομερή οδοντιατρικό έλεγχο και πλήρη αποκατάσταση των βλαβών των δοντιών τους (τερηδόνα, περιοδοντίτιδα, συντήρηση ή αποκατάσταση των μερικών ακίνητων οδοντοστοιχιών με την συγκολλητική οδοντική κονία. Η πανοραμική ακτινογραφία των γνάθων μπορεί να αποκαλύψει την παρουσία οδοντικών και οδοντογενών κύστεων των ακρορριζίων των δοντιών , αλλά και των οστών των γνάθων.

Καταδύσεις και προβλήματα κροταφογναθικών διαρθρώσεων και σύγκλεισης δοντιών

altΠροϋπόθεση για μια κατάδυση είναι η ομαλή σύγκλειση των γνάθων του δύτη και η εξασφάλιση της ομαλής λειτουργίας των κροταφογναθικών  του διαρθρώσεων. Ο δύτης συγκρατεί ανάμεσα στα δόντια του το πλαστικό επιστόμιο της εξόδου του αέρα που προέρχεται από τους κυλίνδρους αέρα ή αερίων που φέρει στη ράχη του. Η συνεχής προσπάθεια του δύτη να συγκρατήσει στο στόμα του στο επιστόμιο του σωλήνα παροχής αέρα ή αερίων μπορεί να του προκαλέσει κεφαλαλγία ή σπασμούς στους μασσητήρες μύες. Το υλικό του επιστομίου είναι το νεοπρένιο ή σιλικονούχο ελαστικό και καθώς εισάγεται στο στόμα συγκρατείται από τους κυνόδοντες και προγομφίους οδόντες.

 

Μια συνηθισμένη κατάδυση διαρκεί  40-60 λεπτά και απαιτεί μάλλον συνεχές δάγκωμα του επιστομίου του αεραγωγού. Αυτό σημαίνει υψηλή καταπόνηση των μυών της μάσησης, που οδηγεί τελικά σε μυική κόπωση ή πόνο που αντανακλά στην  κεφαλή ή στην άνω γνάθο ή στα αυτιά.. Υπάρχουν άτομα με διαταραχή της σύγκλισης των γνάθων ή πάσχουν ήδη από επώδυνο σύνδρομο της κροταφογναθικής διάρθρωσης, που συχνά τους προκαλεί κεφαλαλγία, αυχεναλγία ή ωταλγίες. Η επίπτωση των συμπτωμάτων που σχετίζονται με συμπτώματα από τις κροταφογναθικές διαρθρώσεις είναι υψηλότερη στις γυναίκες δύτες πριν, κατά και μετά την κατάδυση [25]

 

Αν το επιστόμιο επεκτείνεται μέχρι τους γομφίους οδόντες και συγκρατείται και απ’ αυτούς, τότε εξισορροπούνται αποτελεσματικότερα οι ασκούμενες δυνάμεις των μασσητηρίων μυών και ανακουφίζεται το ΄΄ζόρισμα΄΄ των κροταφογναθικών διαρθρώσεων. Στο εμπόριο κυκλοφορεί το εύπλαστο επιστόμιο ΄΄SeaCure΄΄που καλύπτει τους οπίσθιους οδόντες. Τα άτομα με συνεχή προβλήματα από τις κροταφογναθικές διαρθρώσεις πρέπει να ενημερώνονται ότι είναι ακατάλληλα για την υποβρύχια δραστηριότητα με αυτόνομη καταδυτική συσκευή.

 

Κατάδυση ατόμων που τους λείπουν πλήρως ή μερικώς τα δόντια

altΤα άτομα με ολικές  ή μερικές κινητές οδοντοστοιχίες δεν συνιστάται να φορούν τις οδοντοστοιχίες τους κατά την κατάδυση , διότι αυτές μετακινούνται εύκολα κατά το δάγκωμα του επιστομίου του τροφοδοτικού σωλήνα αερίων της αυτόνομης καταδυτικής συσκευής. Οι μετακινούμενες ιδίως μερικές οδοντοστοιχίες μπορεί να καταποθούν ή να εισχωρήσουν στην τραχεία και να προκληθεί απόφραξη της κατώτερης αεροφόρας οδού.

 

Ο κίνδυνος αυτός μπορεί να εξαλειφθεί τελείως, αν ο δύτης κατασκευάσει εκ νέου την οδοντοστοιχία ή τις οδοντοστοιχίες του από σιλικονούχο ελαστικό που είναι ενσωματωμένες με το επιστόμιο από ίδιο υλικό ("Comfo-Bite" from U.S.Divers) Ο οδοντίατρος αφού πάρει αποτύπωμα των φατνιακών αποφύσεων του δύτη τα τοποθετεί σε αρθρωτήρα  και τα στέλνει στο εργαστήριο, όιπου παρασκευάζεται το επιστόμιο με ενσωματωμένες από το ίδιο υλικό οδοντοστοιχίες. Το νέο αυτό επιστόμιο με τις οδοντοστοιχίες αποτρέπουν ατυχήματα εισρόφησης της οδοντοστοιχίας.

 

Ξηρό φατνίο και καταδύσεις

Το ξηρό φατνίο είναι μια πιθανή επιπλοκή μετά την εξαγωγή κάπου δοντιού ιδίως γομφίου.  Κλινικά διαγιγνώσκεται από την παρουσία ενός απογυμνωμένου από το μετεξακτικό πήγμα του αίματος σ’ ένα φατνίο, από το οποίο απομακρύνθηκε πρόωρα το πήγμα . Αυτό έχει ως συνέπεια να αποκαλύπτεται το οστούν του φατνίου και οι ελεύθερες νευρικές απολήξεις που καταλήγουν σ’αυτό.  Ο ασθενής παραπονείται για ελαφρά δυσφορία, που ακολουθείται από έντονο διαξιφιστικό πόνο [26]. Ένας μετεξακτικός πόνος που επιμένει για περισσότερο από δύο ημέρες μπορεί να θεωρηθεί ως ξηρό φατνίο. Συνήθως ξεκινάει ως ελαφρά δυσφορία, ακολουθεί  ξαφνική επιδείνωση  και ο πόνος γίνεται έντονος και διαξιφιστικός [27] .

 

Η απώλεια του πήγματος του αίματος επιτρέπει στην αιμορραγία να συνεχίζεται , πράγμα που καθυστερεί τη επούλωση. Παρά το γεγονός ότι το ξηρό φατνίο είναι μια επώδυνη φλεγμονή (φατνιακή οστεΐτιδα) συνήθως υποχωρεί  βάζοντας μέσα στην κοιλότητα του φατνίου μια μικρή γάζα εμποτισμένη με ευγενόλη, που αλλάζεται κάθε 2-3 ημέρες, επί δύο εβδομάδες [28]. Ακολουθεί ο σχηματισμός νέου πήγματος, που επιτρέπει την τελική επούλωση, συνήθως μέσα σε δύο μήνες.

 

Ανασκοπώντας τη διεθνή βιβλιογραφία βγαίνει το συμπέρασμα ότι η εφαρμογή πηκτής χλωρεξιδίνης 0.2% κάθε 12 ώρες επί 7 ημέρες μετά την εξαγωγή είναι η καλύτερη δυνατή μέθοδος πρόληψης του ξηρού φατνίου[29]. Η χορήγηση αζιθρομυκίνης είναι ασφαλής και αποτελεσματική θεραπεία για την πρόληψη του ξηρού φατνίου στις γυναίκες σε σύγκριση με τις στοματοπλύσεις με φυσιολογικό ορό [30].

 

Το κάπνισμα, οι τρίτοι γομφίοι και το χειρουργικό τραύμα σχετίζονται σημαντικά με την αυξημένη συχνότητα των συνολικών μετεξακτικών επιπλοκών, περιλαμβανομένου και του ξηρού φατνίου [31, 32]. . Οι δύτες καθώς συγκρατούν το με τα δόντια τους το επιστόμιο των σωλήνων αερισμού της καταδυτικής αυτόνομης συσκευής, κάνουν απομυζητική κίνηση που απομακρύνει το πήγμα από  την κοιλότητα του φατνίου και ευνοείται έτσι η πρόκληση ξηρού φατνίου.  Γιαυτό πρέπει να αποφεύγονται οι καταδύσεις τα 3 πρώτα 24ωρα μετά την εξαγωγή. Οι εντοπισμένοι μικροθύλακοι αέρα δεν φαίνεται να αποτελούν σημαντικό παράγοντα πρόκλησης βαροτραύματος. Ο δύτης που έχει πάθει ξηρό φατνίο θα πρέπει να επιστρέφει στην καταδυτική του ενασχόληση μέσα σε 2-8 εβδομάδες, ανάλογα με το ρυθμό επούλωσης του τραύματος, την ανυπαρξία φλεγμονής και πόνου και πάντοτε με συμβουλή του οδοντιάτρου που έκανε την εξαγωγή [27].

 

Ενδοδοντική θεραπεία (απονευρώσεις δοντιών) και καταδύσεις.

Κατά την ενδοδοντική θεραπεία αφαιρείται ο πολφός και τα νεύρα του δοντιού. Η διαδικασία αυτή εφαρμόζεται όταν έχει αναπτυχθεί μια φλεγμονή μέσα στην οδοντική κοιλότητα (πολφίτιδα)  και γίνεται σε δύο ή περισσότερα στάδια.   Μετά την αφαίρεση του πολφού και των νεύρων μέσα από το δόντι, το κενό γεμίζεται με κώνους βαμβακιού και καλύπτεται το άνοιγμα του δοντιού με προσωρινό σφράγισμα. Αφού στεγνώσει τελείως η οδοντική κοιλότητα από τις εκκρίσεις  οι ριζικοί σωλήνες φράσσονται με κώνους γουταπέρκας και ακολουθεί κανονικό σφράγισμα ή εφαρμογή στεφάνης στο δόντι. Η διαδικασία γίνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παγιδευτούν φυσαλίδες αέρα στην κοιλότητα του δοντιού.

Μερικά δόντια στα οποία γίνεται ενδοδοντική θεραπεία μπορεί να έχουν υποστεί κάταγμα, που συνήθως δεν διακρίνεται στην ακτινογραφία. Το σπασμένο άκρο του δοντιού αποτελεί πιθανή εστία παγίδευσης συμπιεσμένου αέρα μέσα στον πολφικό θάλαμο του δοντιού. Όσο διαρκεί η ενδοδοντική θεραπεία ενός δοντιού ο δύτης απέχει από τις καταδύσεις. Αν η ενδοδοντική θεραπεία δεν έχει γίνει ορθά και έχει αφεθεί κενό μεταξύ της γουταπέρκας και του σφραγίσματος, ο παγιδευμένος συμπιεσμένος αέρας μπορεί να αυξήσει τον όγκο του κατά την ανάδυση προς την επιφάνεια του νερού και να προκληθεί πόνος (βαροδονταλγία) [33] .

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΔΥΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΥΠΟΨΗΦΙΩΝ ΔΥΤΩΝ

Απαραίτητη προϋπόθεση για να ασχοληθεί κάποιος ερασιτεχνικά, αλλά και επαγγελματικά με τις καταδύσεις είναι να έχει εξαιρετική σωματική και ψυχική υγεία. Αυτό πρέπει να αποδεικνύεται με πλήρη ιατρική εξέταση από γιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων (παθολόγος, πνευμονολόγος, καρδιολόγος, ωτορινολαρυγγολόγος, νευρολόγος, ψυχίατρος, οφθαλμίατρος, γυναικολόγος για τις γυναίκες, οδοντίατρος), προτού αρχίσουν τα μαθήματα των καταδύσεων, που δίδονται σε διάφορες σχολές. Η υγεία των δυτών πρέπει να επαναξιολογείται κατ’έτος.

 

Ο δύτης οφείλει να είναι πειθαρχικότατο άτομο στους κανονισμούς των καταδύσεων. Από την άλλη πλευρά οι εκπαιδευτές οφείλουν έγκαιρα να απορρίπτουν όσους δεν κατανοούν τους νόμους της φυσικής και της φυσιολογίας του σώματος κατά την κατάδυση. Ο δύτης οφείλει να είναι απόλυτα συνεργάσιμος με τους εκπαιδευτές και τους γιατρούς που παρακολουθούν την υγεία του κατά τακτά χρονικά διαστήματα. Για να αποδειχτεί ότι ένα άτομο είναι ικανό να κάνει ασφαλείς καταδύσεις, χωρίς να βάζει τη σωματική του ακεραιότητα ή και τη ζωή του ακόμη σε κίνδυνο θα πρέπει να κάνει έλεγχο της λειτουργίας των πνευμόνων του, ηλεκτροκαρδιογράφημα, ωτορινολαρυγγολογικό έλεγχο (τυμπανομετρία, ενδοσκοπικός έλεγχος ρινός, ρινοφάρυγγα, λάρυγγα), 

 

Ο νευρολόγος ελέγχει τη λειτουργία του νευρικού συστήματος και των αντανακλαστικών, ενώ ο ψυχίατρος αξιολογεί το ψυχολογικό προφίλ του υποψήφιου δύτη ή του δύτη, το οποίο μπορεί σε μερικά άτομα να τροποποιηθεί σε συνθήκες κρίσεις και πρόκλησης εύκολου πανικού, ιδίως κάτω από το νερό. Πολλοί κίνδυνοι που ελλοχεύουν κάτω από το νερό μπορεί να αποφευχθούν αν ο δύτης εκπαιδευτεί επαρκώς και για κατάλληλο χρονικό διάστημα από έμπειρους εκπαιδευτές. Τα προβλήματα από τα αυτιά και τις παραρρίνιες κοιλότητες μπορεί να προληφθούν με την κατάλληλη εκπαίδευση του δύτη.. Η κυριότερη αιτία θανατηφόρου ατυχήματος σε μια κατάδυση σε βάθος μεγαλύτερο των 30 ποδών (10 περίπου μέτρα)  είναι το βαροτραύμα των πνευμόνων και  ρήξη των πνευμονικών κυψελίδων κατά την ανάδυση.

 

Ο δύτης θα πρέπει να κάνει καταδύσεις σε περιοχές που έχουν εύκολη προσέγγιση τουλάχιστον σε ωτορινολαρυγγολόγο. Επιπλέον οι συνοδοί δυτών οφείλουν να έχουν διαθέσιμα φορητά τηλέφωνα με τους τηλ. αριθμούς κέντρων επανασυμπίεσης και κέντρων καταδυτικής ιατρικής [50].

 

ΠΡΩΤΕΣ ΒΟΗΘΕΙΕΣ ΣΕ ΑΣΘΕΝΗ ΜΕ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΑΠΟΣΥΜΠΙΕΣΗΣ

Τα καταδυτικά ατυχήματα είναι ασυνήθιστα, αλλά μπορούν να συμβούν. Ο γιατρός που θα δώσει τις πρώτες βοήθειες σε έναν ασθενή που έπαθε νόσο των δυτών ή νόσο της αποσυμπίεσης θα πρέπει να γνωρίζει φυσική και παθοφυσιολογία των καταδύσεων.   Η αύξηση του αριθμού των δυτών που ασχολούνται με τις καταδύσεις για λόγους ψυχαγωγικούς  περιλαμβάνει και άτομα πιο ηλικιωμένα, που μπορεί να πάσχουν από λανθάνουσες νόσους, οι οποίες στο φυσικό περιβάλλον που ζουν δεν αισθάνονται κάποιο ενόχλημα, ενώ μπορεί να εμφανίσουν συμπτώματα σε μια κατάδυση. Τα καταδυτικά ατυχήματα μπορεί να προκληθούν από ποικίλες αιτίες, όπως η άγνοια των νόμων της φυσικής που βρίσκουν εφαρμογή σε μια κατάδυση, ένας τραυματισμός σε συνθήκες κατάδυσης, η αιφνίδια εκδήλωση συμπτωμάτων μια νόσου, όπως μια καρδιακή προσβολή, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο, υπογλυκαιμία ή ένας ίλιγγος, που δεν οφείλεται σε καταδυτικές συνθήκες.

 

Γιαυτό η θεραπεία ενός ιατρικού προβλήματος που εμφανίζεται αιφνίδια σε δύτη θα πρέπει να διαγιγνώσκεται και να αντιμετωπίζεται αμέσως. Η προσεκτική διάσωση και ακινητοποίηση του ασθενούς είναι τα πιο σημαντικά μέτρα για την αρχική θεραπεία. Θα πρέπει να χορηγηθεί οξυγόνο στον ασθενή μέχρις ότου φθάσει ο ασθενής φθάσει στον πλησιέστερο υπερβαρικό θάλαμο, όπου θα υποβληθεί σε θεραπεία με υπερβαρικό οξυγόνο [hyperbaric oxygen therapy (HBO2].

 

. Δεν υπάρχει ειδική θεραπεία για τη νόσο της αποσυμπίεσης. Είναι πολύ σημαντικό να σταλεί έγκαιρα μήνυμα στον πλησιέστερο υπερβαρικό θάλαμο ότι διακομίζεται προς αυτόν ο ασθενής, διότι ο υπερβαρικός θάλαμος χρειάζεται κάποιο χρόνο να προετοιμαστεί για να δεχθεί τον ασθενή. Για χορηγηθούν  πληροφορίες στον υπερβαρικό θάλαμο, που αφορούν  το βάθος στο οποίο συνέβη το ατύχημα, τη διάρκεια της κατάδυσης και τη διακοπή της αποσυμπίεσης είναι σημαντικό να διασωθεί ο υπολογιστής της κατάδυσης του ασθενούς [51].

 

 alt     alt

Εικ 18.Θάλαμοι υπερβαρέως οξυγόνου, ενός ατόμου

 

Βιβλιογραφία

1. Faugère JMMauruc BDouce PGouteyron JF. Indications and results apropos of 290 endonasal ethmoidectomies. Rev Laryngol Otol Rhinol (Bord). 1992;113(3):191-5.

2. Murugesan CPowell MKhayal HB. Sinus barotrauma leading to extradural muco-pneumocephalus. Br J Neurosurg. 2010 Feb;24(1):80-1.

3. Bourolias CGkotsis A. Sphenoid sinus barotrauma after free diving. Am J Otolaryngol. 2009 Dec 18. [Epub ahead of print]

4. Tryggvason GBriem BGuomundsson OEinarsdóttir H. Sphenoid sinus barotrauma with intracranial air in sella turcica after diving. Acta Radiol. 2006 Oct;47(8):872-4.

5. Weitzel EKFlottmann JTMcMains KC. Endoscopic frontal sinus drillout for recurrent barotrauma: a procedure to save a pilot's career. Aviat Space Environ Med. 2009 Jul;80(7):660-2.

6. Kemmer AWelslau WMuth CM. Injuries caused by pressure differences while diving. MMW Fortschr Med. 2005 Jul 7;147(27-28):33-4.

7. Klingmann CPraetorius MBaumann IPlinkert PK. Otorhinolaryngologic disorders and diving accidents: an analysis of 306 divers. Eur Arch Otorhinolaryngol. 2007 Oct;264(10):1243-51. Epub 2007 Jul 17.

8. Cheshire WP. Headache and facial pain in scuba divers. Curr Pain Headache Rep. 2004 Aug;8(4):315-20.

10. Klingmann CWallner F. Health aspects of diving in ENT medicine. Part I: Diving associated diseases. HNO. 2004 Aug;52(8):757-67; quiz 768-9.

11. Brandt MT. Oral and maxillofacial aspects of diving medicine. Mil Med. 2004 Feb;169(2):137-41.

12. Hamilton-Farrell MBhattacharyya A. Barotrauma. Injury. 2004 Apr;35(4):359-70.

13. Taylor DMO'Toole KSRyan CM. Experienced scuba divers in Australia and the United States suffer considerable injury and morbidity. Wilderness Environ Med. 2003 Summer;14(2):83-8.

14. Baughman SMBrennan J. Barotrauma secondary to inflammatory maxillary sinus polyp: a case report. Aviat Space Environ Med. 2002 Nov;73(11):1127-31.

15. Mader C. Barotrauma in diving. Wien Med Wochenschr. 1999;151(5-6):126-30.

16. Cheshire WP JrOtt MC. Headache in divers. Headache. 2001 Mar;41(3):235-47.

17. Cheshire WP. Headache and facial pain in scuba divers. Curr Pain Headache Rep. 2004 Aug;8(4):315-20.

18. Dieler RShehata-Dieler WE. Medical aspects of diving in otorhinolaryngology. I. Barotrauma and decompression sickness. Laryngorhinootologie. 2000 Dec;79(12):785-91.

19. Senn PHelfenstein USenn MLSchmid MKSchipper I. Ocular barostress and barotrauma. A study of 15 scuba divers. Klin Monbl Augenheilkd. 2001 Apr;218(4):232-6; discussion 237-8.

20. Rudge FW. Ocular barotrauma caused by mask squeeze during a scuba dive. . South Med J. 1994 Jul;87(7):749-50.

21. Klingmann CPraetorius MBöhm FTetzlaff KPlinkert PK.  Fitness to dive in the otorhinolaryngological field. HNO. 2008 May;56(5):509-18.

22. Tal DDomachevsky LBar RAdir YShupak A. Inner ear decompression sickness and mal de debarquement. Otol Neurotol. 2005 Nov;26(6):1204-7.

23. Klingmann CWallner F. Health aspects of diving in ENT medicine. Part II: Diving fitness. HNO. 2004 Sep;52(9):845-7; quiz 858-9.

24. Jagger RGShah CAWeerapperuma IDJagger DC. The prevalence of orofacial pain and tooth fracture (odontocrexis) associated with SCUBA diving. Prim Dent Care. 2009 Apr;16(2):75-8.

25. Koob AOhlmann BGabbert OKlingmann CRammelsberg PSchmitter M. Temporomandibular disorders in association with scuba diving. Clin J Sport Med. 2005 Sep;15(5):359-63.

26. Minguez-Serra MPSalort-Llorca CSilvestre-Donat FJ. Chlorhexidine in the prevention of dry socket: effectiveness of different dosage forms and regimens. Med Oral Patol Oral Cir Bucal. 2009 Sep 1;14(9):e445-9.

27. Bortoluzzi MCManfro RDe Déa BEDutra TC. Incidence of dry socket, alveolar infection, and postoperative pain following the extraction of erupted teeth. J Contemp Dent Pract. 2010 Jan 1;11(1):E033-40.

28. Burgoyne CCGiglio JAReese SESima APLaskin DM. The efficacy of a topical anesthetic gel in the relief of pain associated with localized alveolar osteitis. J Oral Maxillofac Surg. 2010 Jan;68(1):144-8.

29. Minguez-Serra MPSalort-Llorca CSilvestre-Donat FJ. Chlorhexidine in the prevention of dry socket: effectiveness of different dosage forms and regimens. Med Oral Patol Oral Cir Bucal. 2009 Sep 1;14(9):e445-9.

30. Bascones-Martinez AReche IManso FGonzález-Moles MABravo M. Prevention of alveolar osteitis with azithromycin in women according to use of tobacco and oral contraceptives. Quintessence Int. 2007 Apr;38(4):295-300.

31. Nusair YMYounis MH. Prevalence, clinical picture, and risk factors of dry socket in a Jordanian dental teaching center. J Contemp Dent Pract. 2007 Mar 1;8(3):53-63.

32. Heng CKBadner VMClemens DLMercer LTMercer DW. The relationship of cigarette smoking to postoperative complications from dental extractions among female inmates. Oral Surg Oral Med Oral Pathol Oral Radiol Endod. 2007 Dec;104(6):757-62. Epub 2007 Aug 30.

33. Zadik Y. Dental barotraumaInt J Prosthodont. 2009 Jul-Aug;22(4):354-7.

34. Mirza SRichardson H. Otic barotrauma from air travel. J Laryngol Otol. 2005 May;119(5):366-70.

35. Møller PMolvaer OILind O. Perilymphatic fistula. Tidsskr Nor Laegeforen. 2001 Jan 20;121(2):162-5.

36. Pugin DBerney JY. Scuba diving and hyperbaric medicine. Rev Med Suisse. 2009 Aug 19;5(213):1610-4.

37. Αrmstrong HG (1939). Principles and practice of aviation Medicine, Williams and Williams, Baltimore.

38. Cousteau J Y. (1952). The silent world. Hamish Hamilton.

39. Jarrett a. Reversed-ear syndrome and the mechanism of barotraumas. Br Med j. 1961 August19;2(5250): 483-486.

40. . Goodhill V. Labyrinthine membrane ruptures in sudden sensorineural hearing loss. Proc R Soc Med. 1976 Aug;69(8):565-72.

41. Wicks RE (January 1989). "Alternobaric vertigo: an aeromedical review". Aviat Space Environ Med 60 (1): 67–72.

42. Tjernström O (December 1974). "Function of the eustachian tubes in divers with a history of alternobaric vertigo". Undersea Biomed Res 1 (4): 343–51.

43. Lundgren CEG, Tjernström O, Ornhagen H (September 1974). "Alternobaric vertigo and hearing disturbances in connection with diving: an epidemiologic study". Undersea Biomed Res 1 (3): 251–8.

44. Gonnermann ADreyhaupt JPraetorius MBaumann IPlinkert PKKlingmann C. Otorhinolaryngologic disorders in association with scuba diving.HNO. 2008 May;56(5):519-23.

45. Edmonds, C. (1971). "Vertigo In Diving.". Royal Australian Navy, School of Underwater Medicine.

46. Ross HE (December 1976). "The direction of apparent movement during transient pressure vertigo". Undersea Biomed Res 3 (4): 403–10.

47. Farmer JCThomas WGYoungblood DGBennett PB. Inner ear decompression sickness. . Laryngoscope. 1976 Sep;86(9):1315-27.

48. Henry FC. Hyperbaric problems as they relate to divers. Trans Am Acad Ophthalmol Otolaryngol. 1971 Nov-Dec;75(6):1322-32.

49. Farmer JCThomas WGYoungblood DGBennett PB. Inner ear decompression sickness. Laryngoscope. 1976 Sep;86(9):1315-27.

50. Kemmer A. Before going on a diving holiday--consider this.MMW Fortschr Med. 2004 Feb 19;146(8):39-42.

51.Castan JWirtz SMoecke HSchmidbauer WAhlers OKerner T. First therapy of decompression injuriesAnasthesiol Intensivmed Notfallmed Schmerzther. 2010 Feb;45(2):80-6. Epub 2010 Feb 12.

52. Rozsasi ASigg OKeck T. Persistent inner ear injury after diving. Otol Neurotol. 2003 Mar;24(2):195-200.

53. Böhm FLessle M. Round window membrane defect in divers. Laryngorhinootologie. 1999 Apr;78(4):169-75.

 

Ελληνική Ομάδα Ωτορινολαρυγγολόγων που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην καταδυτική ωτορινολαρυγγολογία

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης,   Ωτορινολαρυγγολόγος

Κωσταντίνος Μπάλλας,  Ωτορινολαρυγγολόγος, Πρέβεζα

Γεώργιος Κλούτσος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Τζάνειο νοσοκομείο Πειραιάς

Άρης Πάγκαλος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Άγιος Νικόλαος, Κρήτη

Αποστολόπουλος Κωσταντίνος,  Ωτορινολαρυγγολόγος,  Γενικό νοσοκομείο Καλάτας

Μπατζακάκης Δημήτριος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Γενικό νοσοκομείο Λάρισας

Καραπάντζος Ηλίας, ωτορινολαρυγγολόγος, Δράμα

Αποστολόπουλος Κωνσταντίνος, Διευθυντής ΩΡΛ Κλινικής Γενικού Νοσοκομείου Καλαμάτας

Μπουρολιάς Κωνσταντίνος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Επισμηναγός, Διευθυντής ΩΡΛ Κλινικής Ναυτικού Νοσοκομείου Κρήτης

Γκουβούσης Κωνσταντίνος, Ωτορινολαρυγγολόγος, Ναύπλιο

 

 

Τελευταία Ενημέρωση (Κυριακή, 13 Ιούλιος 2014 13:10)

 
Σήμερα44
Εβδομάδα978
Μήνας5437
Όλα778467