Get Adobe Flash player

ΒΙΟΧΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D©



alt

Δρ Δημήτριος Ν. Γκέλης

Iατρός,       Ωτορινολαρυγγολόγος,  Οδοντίατρος, Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών    Διεύθυνση: Δαμασκηνού 46, Κόρινθος, 20100, Τηλ. 2741026631, 

FAX.2741085030, Κινητό.6944280764

ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ:

Ωτορινολαρυγγολογία παιδιών και ενηλίκων, ΩΡΛ Αλλεργία, Φωνιατρική, Αντιμετώπιση βαρηκοίας, εμβοών, Προληπτική Ιατρική, Συμπληρωματική Ιατρική, Ιατρική Διατροφολογία, Κόκκινο κρασί και υγεία, Βιταμίνη D

e-mail:

 pharmage@otenet.gr,

www.gelis.gr,

www.pharmagel.gr,

www.orlpedia.gr,

www.allergopedia.gr,

www.gkelanto.gr

ΟΡΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΒΙΤΑΜΙΝΗΣ D [Βλέπε: Η σημασία του όρου βιταμίνη D]

 O όρος βιταμίνη  D σημαίνει τις διάφορες κύριες μορφές της βιταμίνης και κυρίως την βιταμίνη D2 και τη βιταμίνη D3. H βιταμίνη D2 ανευρίσκεται σε ζύμες και ορισμένα μανιτάρια. 

Η βιταμίνη D3 παράγεται κυρίως στο δέρμα υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας Β. Η έκθεση στο φως του ήλιου παράγει το 80-90% της βιταμίνης D3 του σώματος. Βλέπε: Βιταμίνη D ή η βιταμίνη του ηλιόφωτος©

 

Βιταμίνη D—Αναφέρεται και ως καλσιφερόλη  (calciferol)

Βιταμίνη D2— Αναφέρεται και ως εργοκαλσιφερόλη (ergocalciferol)

Βιταμίνη D3— Αναφέρεται και ως χοληκαλσιφερόλη (cholecalciferol)

25OHD (25-υδροξυβιταμίνη D) [25-hydroxyvitamin D]. Αναφέρεται και ως καλσιδιόλη ή καλσιφεδιόλη [calcidiolor calcifediol] Δεν δηλώνει διαφορές μεταξύ της D2 και της D3. Όταν χρειάζεται να γίνει διάκριση τότε αναφέρεται ως 25OHD2 και 25OHD3

Καλσιτριόλη [Calcitriol]— 1,25-διυδροξυβιταμίνη D3[1,25-dihydroxyvitamin D3](Σημείωση η ερκαλσιτριόλη [Ercalcitriol]—αναφέρεται στην1,25-διυδροξυβιταμίνη D2[1,25-dihydroxyvitamin D2] . Όμως ο όρος “καλσιτριόλη” [“calcitriol”] χρησιμοποιείται και για τις δύο.

24,25(OH)2D (24,25-διυδροξυβιταμίνη D24,25-dihydroxyvitamin D)

IU = International Unit [Διεθνής Μονάδα] είναι μια μέτρηση που βασίζεται στη βιολογική δραστηριότητα ή αποτέλεσμα.

IU βιταμίνης D ορίζεται ως η δραστηριότητα 0.025 μg χοληκαλσιφερόλης [βιταμίνη D3] σε βιολογικές δοκιμασίες σε ποντίκια ή κοτόπουλα.

Μετατροπές που χρησιμοποιούνται στις μετρήσεις των επιπέδων συγκεντρώσεων της βιταμίνης D3

M[πηγές ] 40IU= 1 μg

΄Μέτρηση των συγκεντρώσεων της 25-υδροξυβιταμίνης στον ορός γίνεται σε  nmol/L ή ng/ml [2.5 nmol/L= 1 ng/mL]

 [1]. 

Η βιταμίνη  D είναι απολύτως απαραίτητη  για τη διατήρηση της υγείας του σκελετού του σώματος, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ανθρώπου αλλά επιπλέον αποδείχτηκε ότι είναικαι σοβαρός ανοσοτροποποιητικός παράγοντας, που επηρεάζει τη λειτουργία σχεδόν όλων των ιστών του σώματος. . Υπάρχουν συσσωρεμένες άφθονες αποδείξεις  ότι η ανεπάρκεια και έλλειψη της βιταμίνης D  αποτελούν βουβή επιδημία , που οδηγεί σε ποικίλες διαταραχές του σώματος. 

 Η περιπτωσιακή έκθεση του σώματος στο ηλιόφως των ανθρώπων είναι αυτή που τους καλύπτει τις ανάγκες τους σε βιταμίνη D. Η δερματική παραγωγή της βιταμίνης D  εξαρτάται από εποχιακές αλλαγές, την ώρα της ημέρας, κατά την οποία εκτίθεται το σώμα στον ήλιο, το γεωγραφικό πλάτος που κατοικεί κανείς, το γήρας, η χρήση φωτοπροστατευτικών ουσιών και η περιεκτικότητα του δέρματος σε μελανίνη [1].

 Υπάρχουν διάφορες μορφές βιταμίνης D. Όμως οι δύο κύριες που γνωρίζουμε  είναι η βιταμίνη  D2  ή εργοκαλσιφερόλη (ergocalciferol) και η βιταμίνη D3  ή χοληκαλσιφερόλη (cholecalciferol) [2]. Η βιταμίνη D2 βρίσκεται στο φυτικό βασίλειο κυρίως (ορισμένα μανιτάρια, ζύμες, κλπ), ενώ η  βιταμίνη D3 (χοληκαλσιφερόλη) προσλαμβάνεται με την τροφή  (ενισχυμένα με βιταμίνη D3 γαλακτοκομικά προιόντα και ιχθυέλαια) ή συντίθεται στο δέρμα από την 7-διυδροχοληστερόλη, που προέρχεται από τη χοληστερόλη, υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας Β. 

Η παραγωγή της βιταμίνη D3 από την 7-διυδροχοληστερόλη εξαρτάται από την ένταση της υπεριώδους ακτινοβολίας που ποικίλει με τις εποχές του έτους, τη διάρκεια έκθεσης του σώματος στην ακτινοβολία και το γεωγραφικό πλάτος που διαμονής των ατόμων [3, 23]τη γήρανση του δέρματος και την περιεκτικότητά του σε μελανίνη [1]. 

Η χρήση ηλιοπροστατευτικών ουσιών και η ενδυμασία παρεμποδίζουν τη μετατροπή της 7-διυδροχοληστερόλης προς  βιταμίνη D3 [24, 25]

 

alt alt
Εικόνα 1. Η φωτοχημική, θερμική και μεταβολική οδός της D3. Βραχυγραφίες των ειδικών ενζύμων που συμμετέχουν στις αντιδράσεις: ∆7άση, 7-διυδροχοληστερόλη ρεδουκτάση, 25OHάση, βιταμίνη D-25-υδροξυλάση, 1α-OHάση, 25-OH-D-1α-υδροξυλάση, 24R-OHάση, 25(OH)D-24R-υδροξυλάση . Holick (1996). Εικόνα 2.Φωτοσύνθεση της βιταμίνης D3 και ο μεταβολισμός της βιταμίνης D3 προς 25(OH)D3 και  1,25 (OH)2D3. Μόλις σχηματιστεί η 1,25(OH)2D3 μεταφέρει τις βιολογικές λειτουργίες της βιταμίνης  D3 στο έντερο και τα οστά. Η παραθυρεοειδική ορμόνη (PTH) προάγει τη σύνθεση της  1,25(OH)2D3, η οποία με τη σειρά της διεγείρει τη μεταφορά του εντερικού ασβεστίου  και την κινητοποίηση του ασβεστίου των οστών και ρυθμίζει τη σύνθεση της ΡΤΗ με αρνητική παλλίνδρομη αλληλορρύθμιση. [Holick, 1996].

Για να είναι βιολογικά ενεργή και να επηρεάζει το μεταβολισμό των αλάτων των οστών και να επηρεάζει επίσης τις πολυάριθμες φυσιολογικές λειτουργίες του σώματος, όπως η ανακοπή της ανάπτυξης των καρκινικών κυττάρων και την προστασία κατά ορισμένων παθήσεων του ανοσοποιητικού συστήματος , η βιταμίνη D πρέπει να μετατραπεί στην ενεργή μορφή της [26, 27].

Η βιταμίνη D μεταφέρεται στο αίμα με την πρωτείνη σύνδεσης βιταμίνης D [vitamin D binding protein, [VDBP] στο ήπαρ. Η VDBP είναι μια ειδική πρωτείνη μεταφοράς της βιταμίνης D και των μεταβολιτών της στον ορό. Στο ήπαρ η βιταμίνη D υδροξυλιώνεται στο C-25 από μία ή περισσδότερες υδροξυλάσες για τη βιταμίνη D του κυτοχρώματος Ρ450  (περιλαμβανομένης της  CYP2R1, CYP2D11 και  CYP2D25), με επακόλουθο το σχηματισμό της  25-υδρόξυ βιταμίνης D3 (25(OH)D3).

 

Η 25(OH)D3 είναι η κυριότερη μορφή βιταμίνης  που υπάρχει στην κυκλοφορία του αίματος και  η οποία μεταφέρεται από την VDBP  προς τους νεφρούς. Στα εγγύς εσπειραμένα σωληνάρια του νεφρού η 25(OH)D3 υδροξυλιώνεται στη θέση του άνθρακα 1 του Α δακτυλίου,  και παράγεται η ορμονικά δραστική μορφή της βιταμίνης D, η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3 (1,25(OH)2D3), η οποία είναι υπεύθυνη για τις πλείστες, αν όχι όλες τις βιολογικές δράσεις της βιταμίνης  D. Η υδροξυλίωση αυτή επιτυγχάνεται με την μονοξυγενάση 25(ΟΗ)D 1α υδροξυλάση του κυττοχρώματος 450 [cytochrome P450 monooxygenase 25(OH)D 1α hydroxylase (CYP27B1; 1α(OH)ase), που απαντάται κυρίως στους νεφρούς [4].

H ενεργός μορφή  της βιταμίνης D , η 1α,25-διυδροξυβιταμίνης n D [1α,25(OH)(2)D], αλληλεπιδρα με τον υποδοχέα της βιταμίνης D (VDR) και προκαλεί αντιπολλαπλασιαστική, αντιδιηθητική, προαποπτωτική προδιαφοροποιητική δραστηριότητα στα καρκινικά κύτταρα του προστάτη.

Τρεις υδροξυλάσες του κυτοχρώματος P-450 (CYP) ευθύνονται  για τη σύνθεση της βιταμίνης  D και τη διάσπασή της.

Σ'αυτές περιλαμβάνονται η 25-υδροξυλάση της βιταμίνης D  [vitamin D-25-hydroxylase (25-OHase)] στο ήπαρ και η 25(ΟΗ)D-1α-υδροξυλάση [25(OH)D-1α-hydroxylase (1α-OHase) ή CYP27B1], και η  25(OH)D-24-υδροξυλάση (24-OHase) ή CYP24A1 στους νεφρούς.

Παρά τούτο σήμερα είναι αναγνωρισμένο ότι  το ένζυμα  CYP27B1 και CYP24A1 εκφράζονται σε πολλούς ιστούς και κύτταρα, περιλαμβανομένου και του προστάτη.

Αν και τουλάχιστον έξι CYP ένζυμα έχουν εντοπιστεί με δραστηριότητα 25-OHase , τα δύο κυριότεραένζυμα είναι  είναι η CYP27A1 και CYP2R1.

Ενώ και τα δύο ένζυμα εκφράζονται στον προστάτη, εν τούτοις επικρατεί το ένζυμο CYP2R1.

Αυτό δείχνει ότι ο προστατικός ιστός έχει την ικανότητα να ενεργοποιεί και να αδρανοποιεί τη βιταμίνη D με έναν αυτοκρινή /παρακρινή τρόπο [28].

 Τα κύρια μεταβολικά στάδια που ακολουθεί η βιταμίνη  D2 είναι παρόμοια με αυτά που ακολουθεί ο μεταβολισμός της βιταμίνης  D3 και καταλήγουν στην παραγωγή της 25(ΟΗ)D, που βρίσκεται στην κυκλοφορία του αίματος [4].  

Όταν διαβάζουμε τον όρο βιταμίνη D χωρίς τον αριθμό  2 ή 3 εννοείται είτε η  D2ή η  D3 ή και οι δύο . Άλλοτε πάλι στις γραμματοσειρές  των ηλεκτρονικών υπολογιστών αναγράφεται το 2 ή το 3  όχι ως δείκτης αλλά ως D2  D3 και εννοείται η 

Dή ηD3 . Ανεξαρτητα από το πώς γράφονται οι δύο μορφές της βιταμίνης  D και οι δύο είναι βιολογικά αδρανείς και χρειάζονται δύο υποχρεωτικές υδροξυλιώσεις για να σχηματίσουν τη βιολογικά δραστική ορμόνη 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3(1,25(OH)2D3 [5].

 

Ιστορικά δεδομένα για τη βιταμίνη D

Η βιταμίνη D  ανακαλύφθηκε τη χρονική περίοδο  από το 1919  έως το 1924 . Η γνώση ότι η βιταμίνη D παράγεται στο δέρμα από την υπεριώδη ακτινοβολία Β και ότι υπάρχει σε ορισμένες τροφές  οδήγησε στην εξαφάνιση της ραχίτιδας, τουλάχιστον στους πληθυσμούς του δυτικού κόσμου. Η συνθετική κατασκευή  της βιταμίνης D, την επομένη δεκαετία και η κυκλοφορία της στην αγορά έδωσε τη δυνατότητα στην ιατρική κοινότητα να χορηγεί τη βιταμίνη D  και να θεραπεύεται έτσι μια ποικιλία νόσων του μεταβολισμού των οστών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 υπήρχαν λίγες γνώσεις  για τη λειτουργία της βιταμίνης D, που αφορούσε την επιμετάλλωση του οστικού σκελετού και την πρόληψη της ραχίτιδας στα παιδιά και της οστεομαλακίας στους ενήλικους.

 

Με τη χρησιμοποίηση σύγχρονων βιοχημικών μεθόδων ανακαλύφθηκε ότι η βιταμίνη D  πρέπει πρώτα να τροποποιηθεί μέσω μιας 25-υδροξυλίωσης που γίνεται στο ήπαρ και μετατρέπεται σε 25(ΟΗ)D. Στη συνέχεια  ακολουθεί μια άλφα υδροξυλίωση  στους νεφρούς , που οδηγεί στην παραγωγή της ορμόνης 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3(1,25(OH)2D3).  Η 25(ΟΗ)D θεωρείται ο λειτουργικός δείκτης  των αποθηκευμένων ποσοτήτων βιταμίνης D στους ανθρώπους.

 

Αυτή η διαδικασία αποτελεί ένα ενδοκρινικό σύστημα μέσω του οποίου ρυθμίζονται οι συγκεντρώσεις του ασβεστίου και του φωσφόρου στο πλάσμα  και η κατάσταση της μάζας των οστών. Με τη χημική ένωση 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3(1,25(OH)2D3 και τα ανάλογά της δόθηκε η δυνατότητα να θεραπεύονται μια σειρά μεταβολικών νόσων των οστών, που δεν μπορούσαν να αντιμετωπιστούν επαρκώς στο παρελθόν, όπως η ανθεκτική στη βιταμίνη D  ραχίτιδα, ο υποπαραθυρεοειδισμός, η νεφρική οστεοδυστροφία  και η οστεοπόρωση.  Χρησιμοποιώντας την (1,25(OH)2D3 έχει γίνει σημαντική επιστημονική εργασία που βοήθησε στην κατανόηση  πως αυτή η ορμόνη διευκολύνει τη μεταφορά του ασβεστίου  δια μέσου του εντερικού βλεννογόνου. Οι σύγχρονες έρευνες περιγράφουν τους μοριακούς μηχανισμούς δράσης  της ορμόνης βιταμίνης D στις κυτταρικές αντιδράσεις  που οδηγούν στην ομοιοστασία των ιχνοστοιχείων των οστών. Η πιθανή χρήση ανόλογων ουσιών προς τη βιταμίνη D προκαλεί διαφοροποίηση των μυελοκυτταρικού τύπου λευχαιμιών  και έχει συμβάλλει στη θεραπεία της ψωρίασης [6].

 

Βιολογία της βιταμίνης D

Η βιταμίνη D προσλαμβάνεται από δύο πηγές: Μετά από τη δράση της ηλιακής ακτινοβολίας στο δέρμα (βιταμίνη D3) και από διάφορα τρόφιμα (βιταμίνη D3 και D2) . Επειδή λίγες τροφές αποτελούν φυσική πηγή  βιταμίνης D η έκθεση του δέρματος στο ηλιόφως αποτελεί την κυριότερη πηγή δημιουργίας βιταμίνης D στον οργανισμό.

 

H σημαντικότερη λειτουργία της βιταμίνης D είναι η διατήρηση των φυσιολογικών  απαραίτητων συγκεντρώσεων στο πλάσμα του αίματος του ασβεστίου και του φωσφόρου.  Η λειτουργία αυτή επιτυγχάνεται με την ενίσχυση της ικανότητας του λεπτού εντέρου να απορροφά αυτά τα ιχνοστοιχεία  από την προσλαμβανόμενη τροφή [6].

Η ενεργή μορφή της 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3 (1,25(OH)2D3) μπορεί να παραχθεί στους νεφρούς με την  1α-υδροξυλίωση της 25-υδροβιταμίνης D που καταλύεται από το ένζυμο  CYP27B1 .

 

Ο μεταβολίτης 1,25(OH)2D3  μεταβιβάζει τις ενδοκρινικές δράσεις της βιταμίνης D,  ρυθμίζοντας στο λεπτό έντερο  την έκφραση των γονιδιακών στόχων  που παίζουν κρίσιμο ρόλο στην εντερική απορρόφηση του ασβεστίου. Ο κύριος ρόλος της ορμόνης βιταμίνης D  στα οστά είναι έμμεσος και γίνεται με την ενδοκρινική λειτουργία της ομοιόστασης των  ιχνοστοιχείων [7].

Η απορρόφηση του ασβεστίου και του φωσφόρου της διατροφής, που γίνεται  με τη μεσολάβηση της 1,25(OH)2D  καθόλο το μήκος του λεπτού εντέρου. Όμως η απορρόφηση του ασβεστίου γίνεται κυρίως στο δωδεκαδάκτυλο και τη νήστιδα, ενώ του φωσφόρου κυρίως στη νήστιδα και τον ειλεό [8].

 

Eφόσον η διατροφική πρόσληψη του ασβεστίου είναι ανεπαρκής , για να ικανοποιήσει τις ανάγκες του σώματος σε ασβέστιο, η  1,25(OH)2D, μαζί με την παραθυρεοειδική ορμόνη  κινητοποιεί βλαστοκύτταρα μονοκυττάρων από το μυελό των οστών, που μετατρέπονται σε ώριμους οστεοκλάστες [9].

Οι οστεοκλάστες με τη σειρά τους διεγείρονται από μια σειρά κυτταροκινών  και άλλους παράγοντες για να αυξήσουν την κινητοποίηση του ασβεστίου των αποθηκών των οστών [Εικόνα 2].

Με αυτό τον τρόπο η βιταμίνη D διατηρεί το ασβέστιο και το φωσφόρο του αίματος σε υπερκορεσμένες συγκεντρώσεις  που εναποθηκεύονται στα οστά  ως ασβέστιο υδροξυαπατίτης.

 

Οι πλείστοι ιστοί του σώματος διαθέτουν υποδοχείς για τη βιταμίνη D και αρκετοί απ’ αυτούς διαθέτουν τον ενζυματικό μηχανισμό  που μετατρέπει την 25-υδρόξυβιταμίνη D3, στην ενεργή μορφή της την 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3 (1,25(OH)2D3). Αυτή η γνώση έχει δώσει νέες διαστάσεις στη λειτουργία της βιταμίνη D3 . Βλέπε: Φυσιολογία της βιταμίνης D3.

 

Μεγάλου ενδιαφέροντος είναι ο ρόλος που παίζει η βιταμίνη D3  στην ελάττωση του κινδύνου πολλών χρονίων νόσων, περιλαμβανομένων συνηθισμένων καρκίνων, αυτοάνοσων νόσων, λοιμωδών νόσων και νόσων του καρδιαγγειακού συστήματος [10].

 

Απορρόφηση, μεταβολισμός και απέκκριση της βιταμίνης D 

Η βιταμίνη D, ως λιποδιαλυτή, ευνοείται η απορρόφησή της όταν λαμβάνεται μετά το γεύμα που περιέχει λιπαρές ουσίες. Όμως η σύσταση του λίπους φαίνεται να παίζει ρόλο στην απορρόφηση της συμπληρωματικής βιταμίνης D και των επιπέδων της  25OHD3 στο πλάσμα του αίματος. Δίαιτες πλούσιες σε μονοακόρεστα λιπαρά οξέα  μπορεί να ευνοήσουν την απορρόφηση της βιταμίνης D3, ενώ τα πολυακόρεστα λιπαρά οξέα  μπορεί να περιορίσουν την αποτελεσματικότητα των συμπληρωμάτων της βιταμίνης D3 σε υγιή ηλικιωμένα άτομα [11].

 Η βιαταμίνη D των τροφών η αυτή που προσλαμβάνεται συμπληρωματικά, ως λιποδιαλυτή, μόλις πεφθεί ενσωματώνεται στα χυλομικρά και απορροφάται μεσω του λεμφικού συστήματος  με τη διαδικασία της παθητικής διάχυσης [12].

Υπολογίζεται ότι το 80% της βιταμίνης D3 που πέπτεται εισέρχεται στο σώμα με αυτόν το μηχανισμό.

Η βιταμίνη D κυρίως απεκκρίνεται στη χολή, αν και μια μικρή ποσότητά της επαναρροφάται  από το λεπτό έντερο [13].

 Η ενετεροηπατική κυκλοφορία της βιταμίνης D δεν θεωρείται σημαντικός μηχανισμός για τη διατήρησή της. Παρά τούτο, επειδή η βιταμίνη D  μεταβολίζεται σε περισσότερο υδατοδιαλυτές ουσίες,  μια ποικιλία μεταβολιτών της βιταμίνης D  αποβάλλεται  δια των νεφρών στα ούρα, όπως το καλσιτροϊκό οξύ,  που είναι το μείζον τελικό προϊόν  της αδρανοποίησης  της 1άλφα-υδροξυβιταμίνης D2 [14].

 

Μόλις η βιταμίνη  D εισέλθει στην κυκλοφορία από το δέρμα  ή από τη λέμφο μέσω του θωρακικού πόρου  συσσωρεύεται στο ήπαρ μέσα σε λίγες ώρες .

Στο ήπαρ και στους νεφρούς η βιταμίνη D υφίσταται υδροξυλίωση  στη θεση του άνθρακα-25, και μετατρέπεται  στη δραστική μορφή της 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3(1,25(OH)2D3)  από τη δράση των ενζύμων του  κυττοχρώματος Ρ450 και αμέσως μετά εμφανίζεται στην κυκλοφορία ως 25 υδροξυβιταμίνη D3 [15].

Η πρωτεΐνη σύνδεσης της βιταμίνης D [Vitamin D binding protein (DBP)] είναι μια πρωτεΐνη υψηλής πολυμορφίας  που μεταφέρει τη βιταμίνη D  και τους μεταβολίτες της και  η παρουσία της ρυθμίζεται από το γονίδιο υψηλού πολυμορφισμού  GC [16].

 

Επιπρόσθετα από την ικανότητά της η DBP να συνδέεται με στερόλες παίζει επίσης πολλούς άλλους ρόλους στο σύστημα της φλεγμονής και της ανοσίας, ενώ έχει αναφερθεί ότι σχετίζεται  και με τις αυτοάνοσες νόσους [17].

Εξάλλου έχει βρεθεί ότι τα χαμηλά επίπεδα της πρωτεΐνης σύνδεσης της βιταμίνης D  (DBP)] σχετίζονται με την παρουσία του διαβήτη τύπου 1 [18].

Οι συγκεντρώσεις της  25(OH)D που κυκλοφορεί στο αίμα αποτελούν μια καλή αντανάκλαση των αθροιστικών αποτελεσμάτων της παραγωγής της βιταμίνης D στο δέρμα, όταν εκτίθεται στην υπεριώδη ακτινοβολία Β του ηλιόφωτος και των ποσοτήτων που απορροφώνται από το έντερο, μέσω της διατροφής [19].

 

Η παρουσία της βιταμίνης D στο δέρμα  είναι βραχεία, διότι αποθηκεύεται στο λίπος  ή μεταβολίζεται στο ήπαρ [20].

Αν και η 1,25-διυδρόξυβιταμίνη D3(1,25(OH)2D3  είναι η  βιολογικά δραστική μορφή της βιταμίνης D , εν τούτοις δεν είναι η ιδεώδης για τον έλεγχο των επιπέδων των συγκεντρώσεων της  της βιταμίνης στο σώμα . Τούτο οφείλεται στο ότι ο μέσος χρόνος ζωής της  στο πλάσμα είναι μόνο 4-6 ώρες και επιπλέον τα επίπεδα της 1,25(OH)2D3  στην κυκλοφορ’ία του αίματος  είναι χιλιάδες φορές λιγότερα από αυτά της 25(ΟΗ)D.

 

Η 25(ΟΗ)D είναι η κυριότερη μορφή βιταμίνης D που βρίσκεται στην κυκλοφορία και ο μέσος χρόνος ζωής της  είναι περίπου 2-3 εβδομάδες [21].

 

Η σημασία των μετρήσων της 25(ΟΗ)D στη διατήρηση της υγείας

Μετρώντας τα επίπεδα της 25(ΟΗ)D καθορίζεται αν κάποιο άτομο έχει έλλειψη, ανεπάρκεια, επάρκεια ή τοξικά επίπεδα βιταμίνης D. Τα κανονικά επίπεδα της 25(ΟΗ)D επιτρέπουν τη διατήρηση του κανονικού μεταβολισμού και την αύξηση των οστών. Η χρόνια και σοβαρή έλλειψη βιταμίνης D  οδηγεί στο άδειασμα των αποθηκευμένων ποσοτήτων ασβεστίου και φωσφόρου από τα οστά  και την ανεπαρκή αναμετάλλωση  της θεμελιώδους μάζας  των οστών, πράγμα που αποτελεί κίνδυνο ανάπτυξης ραχίτιδας στα παιδιά και οστεομαλακίας στους ενήλικες. Τα χαμηλά επίπεδα των μεταβολιτών της βιταμίνης D  σχετίζονται με την κακή απορρόφηση του ασβεστίου που οδηγεί σε οστική απώλεια.

 

Μεταξύ των άλλων η έλλειψη βιταμίνης D σχετίζεται και με την εκδήλωση καρκίνου του προστάτη, του μαστού του παχέος εντέρου , υπέρτασης, διαταραχής του ανοσοποιητικού συστήματος, διαβήτη  και άλλων παθολογικών κατστάσεων.

Βάσει προβλέψεων από διάφορες διασταυρούμενες μελέτες τα επαρκή επίπεδα της βιταμίνης D σχετίζονται με τον  περιορισμό του κινδύνου εκδήλωσης πολλών τύπων καρκίνου, καρδιαγγειακών νόσων, αυτοάνοσων νοσημάτων, σακχαρώδους διαβήτη τύπου 1 και 2, νευρολογικών διαταραχών, σοβαρών βακτηριδιακών και ιογενών λοιμώξεων, ενεπιθύμητα συμβάματα στην κύηση επιπρόσθετα όλα αυτά με με τις κλασσικές οστικές διαταραχές της ραχίτιδας και της οστεομαλακίας. Επιπλέον οι ερευνητές έχουν βρεί ότι ο επαρκής κορεσμός του σώματος  και η αυξημένη πρόσληψη βιταμίνης D  σχετίζονται με τον περιορισμό της  θνησιμότητας  όλων των αιτίων. Όλες αυτές οι πληροφορίες έχουν υποστηριχτεί από περιορισμένο αριθμό κατάλληλα κατευθυνόμενων τυχαιοποημένων  και ελεγχομένων κλινικών ερευνών, στις οποίες χρησιμοποιήθηκαν περισσότερες από  400 IU/ημερησίως βιταμίνης D.

 

Επίπεδα συγκεντρώσεων 25-υδρόξυβιταμίνης D στον ορό της τάξεως των  30—60 ng/ml, αντιστοιχούν σε πρόσληψη βιταμίνης D3  από το στόμα 1,000—4,000 IU/ημερησίως  ή έκθεσης ενός ατόμου στον ήλιο. Τούτο φαίνεται να είναι απαραίτητο  για τους ενήλικους, για να αποφύγουν τις διαταραχές τις υγείας που σχετίζονται με την υποβιταμίνωση D . Bλέπε: Τροποποίηση των επιπέδων της βιταμίνης D3 από παράγοντες του περιβάλλοντος.

 

Συνιστάται στα άτομα όλων των ηλικιών να ενθαρρύνονται να παίρνουν βιταμίνη D3 από λογική έκθεση έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία του ηλίου, στο μέσο της ημέρας, εκθέτωντας όλο το σώμα τους επί 12-15 λεπτά ημερησίως, χωρίς να ακολουθεί λουτρό για μια ώρα, διότι καταστρέφεται η προβιταμίνη D3. Aν για λόγους πρακτικούς είναι αδύνατη η καθημερινή έκθεση στον ήλιο, τότε συνιστάται η συμπληρωματική λήψη της βιταμίνης D3 από το στόμα, καθημερινά, σε δόση από 1000-4000 ΙU [D3-Gkelin drops, 1-4 σταγόνες ημερησίως, μετά το γεύμα, ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς), διότι οι ποσότητες της βιταμίνης D που υπάρχουν στα τρόφιμα  δεν είναι επαρκείς , ώστε να καλύψουν όλες τις ανάγκες του οργανισμού, εκτός της ραχίτιδας και της οστεομαλακίας [22]. Βλέπε: Η σημασία της βιταμίνης D3 στη διατήρηση της υγείας

 alt

 

 

Βιβλιογραφία

1. Holick MF. McCollum Award Lecture, 1994: vitamin D--new horizons for the 21st century. Am J Clin Nutr. 1994 Oct;60(4):619-30.

2. Fieser LF, Fieser M. 1959. Vitamin D. In: Steroids. New York: Reinhold. Pp. 90–168.

3. Querales MI, Cruces ME, Rojas S, Sánchez L. Association between vitamin D deficiency and metabolic syndrome. Rev Med Chil. 2010 Oct;138(10):1312-8.

4. Shepard RM, DeLuca HF. Determination of vitamin D and its metabolites in plasma. Methods Enzymol. 1980;67:393-413.

5. DeLuca HF. The vitamin D story: a collaborative effort of basic science and clinical medicine. FASEB J. 1988 Mar 1;2(3):224-36.

6. DeLuca HF. The vitamin D story: a collaborative effort of basic science and clinical medicine. FASEB J. 1988 Mar 1;2(3):224-36.

7. St-Arnaud R, Naja RP. Vitamin D metabolism, cartilage and bone fracture repair. Mol Cell Endocrinol. 2011 Jun 1.

8. Chen TC, Castillo L, Korycka-Dahl M, DeLuca HF. 1974. Role of vitamin D metabolites in phosphate transport of rat intestine J Nutr 104:1056–1060.

9. Holick MF. 1995. Vitamin D: Photobiology, metabolism, and clinical applications. In: DeGroot LJ, Besser M, Burger HG, Jameson JL, Loriaux DL, Marshall JC, O'Dell WD, Potts JL, Rubenstein AH, eds. Endocrinology, 3rd Edition. Philadelphia, PA: WB Saunders.

10. Szabó A. Skeletal and extra-skeletal consequences of vitamin D deficiency. Orv Hetil. 2011 Aug 14;152(33):1312-9.

11. Niramitmahapanya S, Harris SS, Dawson-Hughes B. Type of Dietary Fat Is Associated with the 25-Hydroxyvitamin D3 Increment in Response to Vitamin D Supplementation. J Clin Endocrinol Metab. 2011 Aug 3.

12. Reboul E, Borel P. Proteins involved in uptake, intracellular transport and basolateral secretion of fat-soluble vitamins and carotenoids by mammalian enterocytes. Prog Lipid Res. 2011 Jul 8;50(4):388-402.

13. Nagubandi S, Kumar R, Londowski JM, Corradino RA, Tietz PS. 1980. Role of vitamin D glucosiduronate in calcium homeostasis. J Clin

Invest 66:1274–1280.

14. Zimmerman DR, Reinhardt TA, Kremer R, Beitz DC, Reddy GS, Horst RL. Calcitroic acid is a major catabolic metabolite in the metabolism of 1 alpha-dihydroxyvitamin D(2). Arch Biochem Biophys. 2001 Aug 1;392(1):14-22.

15. Prosser DE, Jones G. Enzymes involved in the activation and inactivation of vitamin D. Trends Biochem Sci. 2004 Dec;29(12):664-73.

16. Li F, Jiang L, Willis-Owen SA, Zhang Y, Gao J. Vitamin D Binding Protein Variants Associate with Asthma Susceptibility in a Chinese Han Population. BMC Med Genet. 2011 Aug 3;12(1):103.

17. Jung KH, Kim TH, Sheen DH, Lim MK, Lee SK, Kim JY, Park H, Chae SC, Shim SC. Associations of Vitamin D Binding Protein Gene Polymorphisms with the Development of Peripheral Arthritis and Uveitis in Ankylosing Spondylitis. J Rheumatol. 2011 Aug 15.

18. Blanton D, Han Z, Bierschenk L, Linga-Reddy MV, Wang H, Clare-Salzler M, Haller M, Schatz D, Myhr C, She JX, Wasserfall C, Atkinson M. Reduced Serum Vitamin D-Binding Protein Levels Are Associated With Type 1 Diabetes. . Diabetes. 2011 Aug 15.

19. Lund B, Sørensen OH. Measurement of 25-hydroxyvitamin D in serum and its relation to sunshine, age and vitamin D intake in the Danish population. Scand J Clin Lab Invest. 1979 Feb;39(1):23-30.

20. Rosenstreich SJ, Rich C, Volwiler W. Deposition in and release of vitamin D3 from body fat: evidence for a storage site in the rat. J Clin Invest. 1971 Mar;50(3):679-87.

21. Holick MF. Vitamin D status: measurement, interpretation, and clinical application. Ann Epidemiol. 2009 Feb;19(2):73-8. Epub 2008 Mar 10.

22. Grant WB, Boucher BJ. Requirements for Vitamin D across the life span. Biol Res Nurs. 2011 Apr;13(2):120-33.

23. Webb AR, Kline L, Holick MF. Influence of season and latitude on the cutaneous synthesis of vitamin D3: exposure to winter sunlight in Boston and Edmonton will not promote vitamin D3 synthesis in human skin. J Clin Endocrinol Metab. 1988 Aug;67(2):373-8.

24. Matsuoka LY, Ide L, Wortsman J, MacLaughlin JA, Holick MF. Sunscreens suppress cutaneous vitamin D3 synthesis. J Clin Endocrinol Metab. 1988 Aug;67(2):373-8.

25. Matsuoka LY, Wortsman J, Dannenberg MJ, Hollis BW, Lu Z, Holick MF. Clothing prevents ultraviolet-B radiation-dependent photosynthesis of vitamin D3. J Clin Endocrinol Metab. 1992 Oct;75(4):1099-103.

26. Prosser DE, Jones G. Enzymes involved in the activation and inactivation of vitamin D. Trends Biochem Sci. 2004 Dec;29(12):664-73.

27. Omdahl JL, Morris HA, May BK. Hydroxylase enzymes of the vitamin D pathway: expression, function, and regulation. Annu Rev Nutr. 2002;22:139-66.

28. Chen TC, Sakaki T, Yamamoto K, Kittaka A. The roles of cytochrome p450 enzymes in prostate cancer development and treatment. Anticancer Res. 2012 Jan;32(1):291-8.

Τελευταία Ενημέρωση (Κυριακή, 27 Δεκέμβριος 2015 21:11)

 
Σήμερα217
Εβδομάδα1312
Μήνας4626
Όλα794990